Σύμφωνα με το Reuters, η διαμάχη κορυφώθηκε στη Γερουσία, όπου «πάγωσε» η συζήτηση για νομοσχέδιο 72 δισ. δολαρίων σχετικά με την επιβολή της μεταναστευτικής πολιτικής. Πολλοί Ρεπουμπλικανοί απαίτησαν είτε την πλήρη κατάργηση του ταμείου είτε την επιβολή αυστηρών περιορισμών. Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί δηλώνουν ότι θα αξιοποιήσουν το ίδιο νομοσχέδιο για να επιτεθούν πολιτικά στο σχέδιο του προέδρου.
Η ένταση ενισχύθηκε όταν ο ηγέτης της Ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία John Thune μπλόκαρε επιπλέον χρηματοδότηση για ένα πολυτελές προεδρικό έργο στον Λευκό Οίκο, επικαλούμενος έλλειψη στήριξης εντός του κόμματος. Ο Τραμπ αντέδρασε έντονα, υποστηρίζοντας ότι επιχειρεί να αποδώσει «δικαιοσύνη» σε πολίτες που –κατά τον ίδιο– αδικήθηκαν από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Στο επίκεντρο των αντιδράσεων βρίσκεται το ενδεχόμενο αποζημιώσεων ακόμη και σε άτομα που έχουν καταδικαστεί για τη συμμετοχή τους στην επίθεση στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Thom Tillis χαρακτήρισε το ενδεχόμενο «παράλογο», επισημαίνοντας ότι δεν είναι πολιτικά αποδεκτό να αποζημιωθούν άτομα που επιτέθηκαν σε αστυνομικούς.
Αντίστοιχες ανησυχίες εκφράζονται και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου Ρεπουμπλικανοί σε δύσκολες εκλογικές περιφέρειες φοβούνται πολιτικό κόστος. Παρά το κλίμα αμφισβήτησης, ωστόσο, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι το κόμμα δύσκολα θα συγκρουστεί ανοιχτά με τον Τραμπ, δεδομένης της μέχρι τώρα ισχυρής επιρροής του.
Την ίδια στιγμή, οι Δημοκρατικοί –μεταξύ αυτών οι Chuck Schumer και Dick Durbin– επιχειρούν να εκμεταλλευτούν πολιτικά τη διαμάχη, παρουσιάζοντας το ταμείο ως «μαύρο ταμείο» και αντιπαραβάλλοντάς το με τα οικονομικά προβλήματα των Αμερικανών πολιτών.
Καθώς το Κογκρέσο αναμένεται να επανέλθει στις εργασίες του τον Ιούνιο, εξετάζονται σενάρια συμβιβασμού, όπως η επιβολή αυστηρών όρων λειτουργίας και δικαστικού ελέγχου στο ταμείο. Ωστόσο, η αντιπαράθεση προμηνύεται σφοδρή και ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά το πολιτικό κλίμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.





