Πάνω από τρεις μήνες μετά την επίθεση στο Ιράν, φαίνεται πως η περίοδος με τις υψηλές τιμές και την ασθενέστερη ανάπτυξη είναι πολύ πιο μακρά από όσο είχε υπολογιστεί, ενώ την ίδια ώρα το υψηλότερο κόστος ενέργειας απορροφά πόρους από τους δημόσιους προϋπολογισμούς, απομυζώντας τις επενδύσεις για πιο παραγωγικές χρήσεις.
Ο πόλεμος του Κόλπου και της Ουκρανίας
Αν υπολογίσει κανείς τον αντίκτυπο που είχε ο πόλεμος του Κόλπου του 1990, θα αντιληφθεί πως πράγματι δεν τελείωσε μόλις σίγησαν τα όπλα. Αντιθέτως, μάλλον κράτησε αρκετά χρόνια ακόμη. Το Ιράκ δεν επέστρεψε στα προπολεμικά επίπεδα της παραγωγής αργού παρά μία δεκαετία μετά την έναρξη της σύγκρουσης, ενώ συνέχισε μέχρι και το 2022 να καταβάλει την πολεμική αποζημίωση ύψους 52,4 δισ. δολάρια στο Κουβέιτ, όπως είχε οριστεί από τα Ηνωμένα Έθνη.
Στην Ουκρανία, το σοκ του πολέμου που ξεκίνησε το 2022 ήταν σαφώς πιο έντονο τον πρώτο χρόνο, ωστόσο εξακολουθεί να επηρεάζει τις παγκόσμιες οικονομίες και όλα δείχνουν πως θα συνεχίσει να το κάνει και μετά το τέλος του.
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία απέκοψε την Ευρώπη από μια κρίσιμη πηγή φυσικού αερίου και ο πληθωρισμός εκτοξεύθηκε σε διψήφια ποσοστά. Η αντίδραση των υπεύθυνων χάραξης πολιτικής να αυξήσουν επιθετικά τα επιτόκια, μπορεί να εμπόδισε την ακραία άνοδο των τιμών, αλλά «φρέναρε» επίσης την οικονομία απότομα.
Σήμερα, ο κίνδυνος είναι εξίσου σοβαρός, όπως αφήνει να εννοηθεί ο Μαριάνο Σένα, οικονομολόγος στην Barclays, ο οποίος – όπως μετέδωσε το Reuters και οι ΝΥΤ – δήλωσε πως «ένα βραχυπρόθεσμο σοκ παρατείνεται στον χρόνο», σημειώνοντας ότι «όσο περισσότερο συνεχίζεται η διαταραχή του ενεργειακού εφοδιασμού από τον Περσικό Κόλπο, τόσο χειρότερες γίνονται οι επιπτώσεις».
Σύμφωνα με τον ίδιο, μετά την επίθεση στο Ιράν και ο κλείσιμο του Ορμούζ, οι οικονομολόγοι περίμεναν πως θα ακολουθούσε μία μεγάλη, αλλά σύντομη, πτώση της ανάπτυξης και μετά μία ισχυρή ανάκαμψη. Ωστόσο, αντί γι’ αυτό, η οικονομία εμφανίζεται ασθενέστερη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και η ανάκαμψη πιο αργή, παρατηρεί ο ίδιος.
Οι υψηλές τιμές και η δύσκολη θέση της ΕΚΤ
Παρά τα προβλήματα στον εφοδιασμό, η Ευρώπη δεν έχει αντιμετωπίσει ακόμη ελλείψεις σε αγαθά· όμως, πληρώνει πολύ ακριβότερα γι’ αυτά. Ενδεικτικό, πως από το τέλος Φεβρουαρίου έχει δαπανήσει επιπλέον 42 δισ. ευρώ για ενέργεια – περίπου τα μισά μόνο για φυσικό αέριο. Και καθώς το κόστος αυξάνεται, η Κομισιόν έχει προχωρήσει σε δημοσιονομικούς κανόνες κι έχει δώσει στα κράτη-μέλη την ευελιξία να διοχετεύσουν περσότερους πόρους σε έκτακτα μέτρα. Ωστόσο, ακόμη κι αν το Ορμούζ ανοίξει σύντομα, θεωρείται απίθανο να πέσουν γρήγορα και οι τιμές.
Μάλιστα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αναμένεται να επιβραδυνθούν λίγο μόνο μέχρι το επόμενο έτος.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το αργό πετρέλαιο Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς, διαπραγματεύονται περίπου στα 90 δολάρια το βαρέλι για το τέλος του τρέχοντος έτους και στα 80 δολάρια το βαρέλι στο τέλος του επόμενου έτους.
Αυτές οι τιμές «είναι υψηλές, αλλά όχι ακραίες», σημειώνει ο Αλφρεντ Αρνμποργκ, αναλυτής στο think tank Europa στην Κοπεγχάγη, προσθέτοντας ωστόσο πως «θα επηρεάσουν οικονομίες που είναι καθαροί εισαγωγείς».
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ΕΚΤ δείχνει – κατά τους οικονομολόγους – να μην έχει πολλές επιλογές πλέον.
Πριν από τον πόλεμο, η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ είχε διακηρύξει ότι τα επιτόκια και ο πληθωρισμός, και τα δύο στο 2%, βρίσκονταν σε «καλή κατάσταση». Σήμερα, όμως, οι επενδυτές στοιχηματίζουν ότι η κεντρική τράπεζα θα αυξήσει τα επιτόκια αυτή την εβδομάδα κατά ένα τέταρτο της ποσοστιαίας μονάδας και ξανά μέσα στο έτος. Το κλείσιμο του Ορμούζ έχει δημιουργήσει αυξητικές τάσεις στον πληθωρισμό, με τον μέσο όρο των 21 χωρών της ευρωζώνης να ήταν για τον Μάιο στο 3,2%, το υψηλότερο επίπεδό του από τον Σεπτέμβριο του 2023.
Μάλιστα, ακόμα κι αν οι τιμές της ενέργειας έχουν φτάσει στο αποκορύφωμά τους αυτό το τρίμηνο, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης ανέφερε την περασμένη εβδομάδα ότι αναμένει πως ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη θα είναι σημαντικά πάνω από 2% για το μεγαλύτερο μέρος του επόμενου έτους, υψηλότερος από ό,τι είχε προβλέψει πριν από περίπου δύο μήνες.
Οι κυβερνήσεις προετοιμάζονται για παρατεταμένη κρίση
«Ο αντίκτυπος του ενεργειακού σοκ αναμένεται να επεκταθεί και το 2027», δήλωσε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς προέβλεψε ότι η οικονομική ανάπτυξη του χρόνου θα επιστρέψει μόνο σε ένα «μέτριο» 1,4% και ο πληθωρισμός στο 2,4%.
Οι κυβερνήσεις «προετοιμάζονται για μια παρατεταμένη κρίση», δήλωσε ο Άρνμποργκ, όπως σημειώνεται σε σχετική ανάλυση του Reuters, με ορισμένες εξ αυτών να επεκτείνουν τα μέτρα ανακούφισης, όπως οι μειώσεις φόρων στα καύσιμα, προς τα μέσα του έτους.
Στο ίδιο δημοσίευμα του διεθνούς πρακτορείου σημειώνεται πως σε γενικές γραμμές οι αξιωματούχοι ετοιμάζονται να συνεχίσουν να πληρώνουν για μέτρα ανακούφισης και άλλα κόστη που δημιουργούνται από τις υψηλότερες τιμές. Για παράδειγμα, η Πορτογαλία και η Πολωνία σχεδιάζουν την επιβολή νέων φόρων σε ενεργειακούς κολοσσούς, με τον Άρνμποργκ να σημειώνει δεν θα εφάρμοζαν «φόρο επί των απροσδόκητων εσόδων αν περίμεναν ότι αυτό [η κρίση] θα τελείωνε αύριο».



