Ειδικότερα, με τις δηλώσεις του αυτές, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχείρησε να καθησυχάσει τόσο τις ανησυχίες του Ισραήλ, όσο και τις επιφυλάξεις που έχουν διατυπωθεί από αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών σχετικά με τη συμφωνία.
«Έχουμε ολοκληρώσει τη συμφωνία μας με το Ιράν. Πρέπει να αποδειχθεί επιτυχημένη. Πλέον περνά σε μια δεύτερη φάση, η οποία πιστεύω ότι θα είναι ευκολότερη», σημείωσε.
Ο Τραμπ αναφέρθηκε επίσης στο ενδεχόμενο πολιτικών εξελίξεων στο Ιράν, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι δεν υποστηρίζει πολιτικές αλλαγής καθεστώτων. Όπως δήλωσε, έχει παρακολουθήσει αντίστοιχες προσπάθειες επί δεκαετίες χωρίς επιτυχία και εκτίμησε ότι τυχόν αλλαγές θα πρέπει να προκύπτουν από τις ίδιες τις εσωτερικές εξελίξεις μιας χώρας.
Ωστόσο, παρά τα λεγόμενα του Αμερικανού προέδρου υπενθυμίζεται εδώ ότι κατά την πρώτη μέρα του τρίμηνου πολέμου των ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν, είχε δολοφονηθεί ο ηγέτης της χώρας Αλί Χαμενεΐ.
Σε ό,τι αφορά τη Χεζμπολάχ, ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλυψε ότι είχε προτείνει στο Ισραήλ να αφήσει τη Συρία να διαχειριστεί το ζήτημα της οργάνωσης, εκφράζοντας την άποψη ότι η Δαμασκός θα μπορούσε να έχει πετύχει καλύτερα αποτελέσματα.
Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Τραμπ αναφέρθηκε και στις σχέσεις Κατάρ–Ιράν, υποστηρίζοντας λανθασμένα ότι οι δύο χώρες διαθέτουν κοινά χερσαία σύνορα. Απευθυνόμενος συγκεκριμένα στον εμίρη του Κατάρ, τον ευχαρίστησε για τη στήριξη που έχει προσφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες, χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα ως διαχρονικό φίλο.
Σχολιάζοντας τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο πρόεδρος των ΗΠΑ υπογράμμισε την ανάγκη επίτευξης συμφωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων πλευρών, επισημαίνοντας το βαρύ ανθρώπινο κόστος που έχει προκαλέσει η σύγκρουση τόσο στη Ρωσία, όσο και στην Ουκρανία.
Την ίδια ώρα, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εξακολουθούν να διατηρούν επιφυλάξεις σχετικά με την προσήλωση της Τεχεράνης στους όρους της συμφωνίας.
Από την πλευρά της η CIA, εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσο το Ιράν είναι διατεθειμένο να προχωρήσει στις βασικές παραχωρήσεις που απαιτούνται, παρά το γεγονός ότι η αμερικανική κυβέρνηση κινείται προς την οριστικοποίηση της συμφωνίας.
Από την πλευρά του, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, υποστήριξε ότι η συμφωνία θα ενισχύσει την ασφάλεια του Ισραήλ, επιχειρώντας να απαντήσει στις επικρίσεις που διατυπώνονται.
Υπενθυμίζεται ότι ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, επανέλαβε τη Δευτέρα (15/6) ότι η χώρα του δεν πρόκειται να επιτρέψει στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά την πρώτη του συνέντευξη Τύπου από τον Μάρτιο, χαρακτήρισε την αποτροπή του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος ως προσωπική «αποστολή ζωής».
Την ίδια στιγμή, ισραηλινά μέσα ενημέρωσης ασκούν κριτική στους χειρισμούς της αμερικανικής κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι η διαχείριση των συνομιλιών με το Ιράν έχει περιορίσει τα περιθώρια δράσης του Ισραήλ και έχει αποδυναμώσει την αποτρεπτική του ισχύ, αναδεικνύοντας, όπως σημειώνουν, την απόσταση ανάμεσα στις στρατιωτικές επιτυχίες και τη συνολική στρατηγική προσέγγιση.
Στο μεταξύ, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν διευκρίνισε ότι οι επόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον θα εξελιχθούν σε δύο διακριτές φάσεις. Η δεύτερη φάση θα επικεντρωθεί στα ζητήματα του πυρηνικού προγράμματος και στην άρση των κυρώσεων, τα οποία αναμένεται να αποτελέσουν αντικείμενο μιας τελικής συμφωνίας.
Επικεφαλής της ιρανικής διαπραγματευτικής ομάδας στις συνομιλίες που θα διεξαχθούν στην Ελβετία, μετά την υπογραφή του Μνημονίου Συνεργασίας, θα είναι ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλίμπαφ.






