Με απόφαση που συνέταξε ο δικαστής Νιλ Γκόρσατς και η οποία υιοθετήθηκε ομόφωνα, το δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη ποινική δίωξη ήταν ασύμβατη με τη Δεύτερη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, η οποία κατοχυρώνει το δικαίωμα οπλοκατοχής.
«Από πολλές απόψεις, πρόκειται για μια στενά οριοθετημένη υπόθεση», έγραψε ο Γκόρσατς. «Δεν εξετάζουμε τις προσπάθειες απαγόρευσης κατοχής όπλων από εξαρτημένους χρήστες ή από άτομα που βρίσκονται υπό την επήρεια ουσιών. Ούτε εξετάζουμε άλλα προληπτικά μέτρα που θα μπορούσε να θεσπίσει το Κογκρέσο, εφόσον κρίνει ότι οι χρήστες μιας συγκεκριμένης ουσίας ενέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο κακής χρήσης όπλων».
Σύμφωνα με το CNN, η υπόθεση αφορούσε τον Άλι Ντάνιαλ Χεμανί, πολίτη τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και του Πακιστάν, ο οποίος κατηγορήθηκε το 2023 για παραβίαση της ομοσπονδιακής νομοθεσίας που απαγορεύει την κατοχή όπλων από χρήστες ναρκωτικών.
Παρότι το υπουργείο Δικαιοσύνης τον κατηγόρησε για διάφορες δραστηριότητες — μεταξύ άλλων για διακίνηση ναρκωτικών, χρήση κοκαΐνης και φιλοϊρανικές συμπάθειες — η δίωξή του προέκυψε μετά από έρευνα του FBI στο πατρικό του σπίτι, όπου εντοπίστηκαν ένα πιστόλι Glock 9 χιλιοστών και 60 γραμμάρια κάνναβης.
Ωστόσο, η υπόθεση ξεπερνούσε κατά πολύ τις προσωπικές περιστάσεις του Χεμανί. Συνδέθηκε με τη γενικότερη τάση του συντηρητικού Ανώτατου Δικαστηρίου να αξιολογεί τους περιορισμούς στην οπλοκατοχή με βάση την ιστορική παράδοση των ΗΠΑ.
Παράλληλα, η απόφαση εκδόθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία οι απόψεις για την κάνναβη αλλάζουν σημαντικά στη χώρα: περίπου οι μισές αμερικανικές πολιτείες έχουν νομιμοποιήσει τη χρήση μικρών ποσοτήτων για ψυχαγωγικούς σκοπούς, ενώ ακόμη περισσότερες επιτρέπουν τη φαρμακευτική χρήση της.
Η κυβέρνηση Τραμπ, παρότι δηλώνει σταθερά υπέρμαχος της Δεύτερης Τροπολογίας, υπερασπίστηκε στην υπόθεση αυτή την ομοσπονδιακή νομοθεσία, υποστηρίζοντας ότι ο συνδυασμός όπλων και ναρκωτικών είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Σύμφωνα με το υπουργείο Δικαιοσύνης, περίπου 300 άτομα διώκονται κάθε χρόνο βάσει της συγκεκριμένης διάταξης, ενώ η καταδίκη μπορεί να επιφέρει ποινή φυλάκισης έως και 15 ετών.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας τον Μάρτιο, τόσο συντηρητικοί όσο και φιλελεύθεροι δικαστές εξέφρασαν επιφυλάξεις για το εύρος του νόμου, ο οποίος δεν διευκρινίζει ποιες ουσίες καλύπτει ούτε αν ο κάτοχος όπλου πρέπει να βρίσκεται υπό την επήρεια την ώρα που το χρησιμοποιεί.
Η δικαστής Έιμι Κόνι Μπάρετ έθεσε χαρακτηριστικά το ερώτημα αν η λήψη του υπνωτικού φαρμάκου Ambien χωρίς ιατρική συνταγή θα μπορούσε επίσης να εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου, υπογραμμίζοντας έτσι το πόσο ευρεία είναι η εφαρμογή του.
«Δεν αμφισβητούμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η παράνομη χρήση μαριχουάνας ή άλλης ελεγχόμενης ουσίας μπορεί να καταστήσει κάποιον επικίνδυνο για τους άλλους», αναφέρει η απόφαση. «Όμως η κυβέρνηση δεν επιχείρησε να αποδείξει κάτι τέτοιο στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αντίθετα, μας ζητά να δεχθούμε ότι κάθε τακτικός χρήστης κάνναβης είναι εξ ορισμού βίαιος και επικίνδυνος, χωρίς καμία περαιτέρω τεκμηρίωση».
Και αυτό, σύμφωνα με τον Γκόρσατς, ήταν ένα βήμα που το δικαστήριο δεν ήταν διατεθειμένο να κάνει.





