Σε έναν συνολικό απολογισμό της διετίας Στάρμερ, ο Guardian καταγράφει τις σημαντικότερες επιτυχίες αλλά και τις μεγαλύτερες αποτυχίες της κυβέρνησής του.
Οι επιτυχίες
Ενίσχυση των εργαζομένων
Η σημαντικότερη κοινωνική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης ήταν ο νέος νόμος για τα εργασιακά δικαιώματα, τον οποίο ο Στάρμερ χαρακτήρισε ως «τη μεγαλύτερη αναβάθμιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων εδώ και μία γενιά». Παρότι η κυβέρνηση υποχώρησε από την αρχική της δέσμευση για πλήρη προστασία από άδικη απόλυση από την πρώτη ημέρα εργασίας, ο νόμος ενίσχυσε σημαντικά τα δικαιώματα σε άδειες ασθενείας, γονικές παροχές και συμβάσεις μηδενικών ωρών.
Παράλληλα, από τον Απρίλιο του 2026 αυξήθηκε ο εθνικός κατώτατος μισθός για τους εργαζόμενους άνω των 21 ετών από 12,21 σε 12,71 λίρες την ώρα. Η αύξηση ωφέλησε περίπου 2,4 εκατομμύρια χαμηλόμισθους εργαζόμενους, προσθέτοντας κατά μέσο όρο περίπου 900 λίρες ετησίως στο εισόδημά τους.
Θετικά αξιολογείται και ο Νόμος για τα Δικαιώματα των Ενοικιαστών, ο οποίος περιόρισε τις εξώσεις χωρίς αιτιολογία, κατάργησε τις μισθώσεις ορισμένου χρόνου και καθιέρωσε αυστηρότερες διαδικασίες για τους ιδιοκτήτες που επιθυμούν να απομακρύνουν ενοικιαστές.
Διεθνής παρουσία και εξωτερική πολιτική
Στο διεθνές πεδίο, ο Στάρμερ θεωρείται ότι κινήθηκε με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Η κυβέρνησή του εξασφάλισε εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ, μειώνοντας δασμούς σε αυτοκίνητα, αλουμίνιο και χάλυβα, κάτι που παρουσίασε ως σημαντική επιτυχία για τη βρετανική βιομηχανία.
Στο ουκρανικό ζήτημα παρέμεινε σταθερά υπέρ του Κιέβου, επιδιώκοντας στενότερη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, προώθησε μια πιο φιλική σχέση με τις Βρυξέλλες, μιλώντας ανοιχτά για την ανάγκη ενός «reset» στις σχέσεις μετά το Brexit.
Πολιτικές για παιδιά και οικογένειες
Ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά μέτρα ήταν η κατάργηση του ορίου των δύο παιδιών στα επιδόματα, απόφαση που σύμφωνα με την κυβέρνηση θα βγάλει περίπου μισό εκατομμύριο παιδιά από τη φτώχεια.
Η κυβέρνηση επέκτεινε επίσης το πρόγραμμα δωρεάν παιδικής φροντίδας για εργαζόμενους γονείς, δημιούργησε 1.000 νέα οικογενειακά κέντρα υποστήριξης, προχώρησε στην καθολική εφαρμογή δωρεάν πρωινού στα δημοτικά σχολεία και ξεκίνησε εθνικό πρόγραμμα στοματικής υγιεινής για παιδιά προσχολικής ηλικίας.
Θετικά σχολιάστηκε και η προσπάθεια μεταρρύθμισης του συστήματος ειδικής εκπαίδευσης (SEND), ενός τομέα που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα εδώ και χρόνια.
Μείωση της μετανάστευσης
Παρότι η κυβέρνηση απέφυγε να προβάλλει ιδιαίτερα το θέμα, οι δείκτες μετανάστευσης παρουσίασαν σημαντική πτώση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο Guardian, η καθαρή μετανάστευση μειώθηκε κατά 48% σε ετήσια βάση, οι αιτήσεις ασύλου κατά 12% και οι αφίξεις μεταναστών μέσω μικρών σκαφών στη Μάγχη κατά 41%.
Ορισμένες θετικές οικονομικές εξελίξεις
Παρά τις δυσκολίες, η κυβέρνηση σημείωσε ορισμένες επιτυχίες στην οικονομία. Το κόστος δανεισμού του βρετανικού Δημοσίου υποχώρησε σε χαμηλό τριετίας, ενώ δημιουργήθηκε Εθνικό Ταμείο Πλούτου ύψους 7,3 δισ. λιρών για επενδύσεις σε υποδομές και πράσινη βιομηχανία.
Η υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς άλλαξε επίσης τους δημοσιονομικούς κανόνες, απελευθερώνοντας επενδύσεις ύψους 113 δισ. λιρών για έργα όπως ο πυρηνικός σταθμός Sizewell C, η σιδηροδρομική γραμμή East West Rail, καθώς και νέες κατοικίες, σχολεία και φυλακές.
Οι αποτυχίες
Το φιάσκο με το επίδομα θέρμανσης
Η απόφαση της κυβέρνησης να καταργήσει το χειμερινό επίδομα θέρμανσης για τη μεγάλη πλειονότητα των συνταξιούχων αποδείχθηκε μία από τις πιο αντιδημοφιλείς επιλογές της διετίας.
Η έντονη αντίδραση των ψηφοφόρων και των βουλευτών των Εργατικών ανάγκασε τελικά την κυβέρνηση να υπαναχωρήσει, αλλά η πολιτική ζημιά είχε ήδη γίνει. Σύμφωνα με βουλευτές του κόμματος, το ζήτημα συνέχιζε να κυριαρχεί στις συζητήσεις με τους πολίτες ακόμη και έναν χρόνο αργότερα.
Η αποτυχημένη μεταρρύθμιση στο σύστημα πρόνοιας
Η προσπάθεια περιορισμού των επιδομάτων αναπηρίας με στόχο εξοικονόμηση 5 δισ. λιρών και αύξηση της απασχόλησης προκάλεσε άμεση ανταρσία στο εσωτερικό των Εργατικών.
Μετά από μήνες εσωκομματικών συγκρούσεων, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις αλλαγές, σε μια ακόμη πολιτικά επώδυνη αναδίπλωση.
Αδύναμη οικονομική ανάπτυξη
Παρά τις υποσχέσεις ότι η ανάπτυξη θα αποτελούσε την απόλυτη προτεραιότητα της κυβέρνησης, η οικονομική εικόνα παρέμεινε υποτονική.
Η αύξηση των εργοδοτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για τη συγκέντρωση 24 δισ. λιρών προκάλεσε αντιδράσεις από επιχειρήσεις και οικονομολόγους, ενώ το Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης (OBR) προειδοποίησε ότι το μέτρο θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την απασχόληση και την ανάπτυξη.
Παράλληλα, τόσο το OBR όσο και το ΔΝΤ αναθεώρησαν προς τα κάτω τις προβλέψεις τους για την πορεία της βρετανικής οικονομίας.
Η εικόνα των συνεχών αναδιπλώσεων
Από τις περικοπές στα επιδόματα και το επίδομα θέρμανσης μέχρι τη φορολόγηση των αγροτικών κληρονομιών, την αναπτυξιακή βοήθεια προς το εξωτερικό και την υπόθεση των συμμοριών σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων, η κυβέρνηση βρέθηκε επανειλημμένα να εγκαταλείπει ή να τροποποιεί τις αρχικές της θέσεις.
Οι αντίπαλοί του υποστήριζαν ότι ο Στάρμερ είχε μετατραπεί σε «πρωθυπουργό των U-turns». Ο ίδιος απαντούσε ότι πρόκειται για πραγματισμό και όχι για αδυναμία.
Το σκάνδαλο Μάντελσον
Η σοβαρότερη πολιτική σκιά της διακυβέρνησης Στάρμερ ήταν η υπόθεση του Πίτερ Μάντελσον, ο οποίος διορίστηκε πρεσβευτής στις ΗΠΑ.
Αποκαλύψεις για τη σχέση του με τον καταδικασμένο παιδόφιλο Τζέφρι Έπσταϊν, αλλά και πληροφορίες ότι είχε λάβει ευαίσθητες ενημερώσεις ασφαλείας πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία ελέγχου του, προκάλεσαν πολιτική θύελλα.
Η υπόθεση οδήγησε σε παραιτήσεις κορυφαίων στελεχών, συγκρούσεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης και διαδοχικές αποκαλύψεις που συνέχισαν να φθείρουν τον πρωθυπουργό μέχρι το τέλος της θητείας του.
Μια παρακαταθήκη με αντιφάσεις
Ο απολογισμός της διετίας Στάρμερ είναι αντιφατικός. Η κυβέρνησή του προχώρησε σε σημαντικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ενίσχυσε τα εργασιακά δικαιώματα και βελτίωσε τη θέση της Βρετανίας σε ορισμένα διεθνή μέτωπα. Ωστόσο, οι οικονομικές δυσκολίες, οι συνεχείς πολιτικές αναδιπλώσεις και μια σειρά αυτοπροκαλούμενων κρίσεων υπονόμευσαν το βασικό αφήγημα της «σταθερότητας» με το οποίο εξελέγη. Και τελικά, όπως σημειώνει ο Guardian, η υπόσχεση για μια νέα εποχή πολιτικής κανονικότητας δεν άντεξε στη δοκιμασία της διακυβέρνησης.






