Όπως σημειώνεται, η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένα ακόμη πλήγμα για την ισπανική κυβέρνηση, η οποία τους τελευταίους μήνες βρίσκεται αντιμέτωπη με σειρά ερευνών και υποθέσεων που σχετίζονται με καταγγελίες περί διαφθοράς.
Η υπεράσπιση της Γκόμεθ είχε προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο της Μαδρίτης, ζητώντας να απορριφθούν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει -τις οποίες η ίδια αρνείται - καθώς και να αρθούν οι περιοριστικοί όροι που της είχαν επιβληθεί.
Το δικαστήριο απέρριψε την κατηγορία της επιχειρηματικής διαφθοράς και αποφάσισε την άρση της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα που είχε επιβληθεί σε πρώτο βαθμό. Ωστόσο, διατήρησε τις κατηγορίες για αθέμιτη άσκηση επιρροής και κατάχρηση, οι οποίες βασίζονται σε καταγγελία ακροδεξιών οργανώσεων. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, η Γκόμεθ αξιοποίησε τη θέση της ως σύζυγος του σοσιαλιστή πρωθυπουργού για να εξασφαλίζει συμβάσεις και άλλα οφέλη.
Για πολιτικά υποκινούμενη διαδικασία μιλά το γραφείο του Σάντσεθ
Από την πλευρά του, ο Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος τον Απρίλιο του 2024 είχε δηλώσει ότι εξέτασε ακόμη και το ενδεχόμενο παραίτησής του μετά την έναρξη της δικαστικής έρευνας από τον δικαστή Χουάν Κάρλος Πεϊνάδο, εξακολουθεί να υπερασπίζεται δημόσια τη σύζυγό του και την οικογένειά του, υποστηρίζοντας ότι οι υποθέσεις αυτές αποτελούν προϊόν πολιτικής στοχοποίησης από τους αντιπάλους του.
«Η Μπεγκόνια Γκόμεθ είναι αθώα», ανέφερε σε σημερινή ανακοίνωσή του το γραφείο του πρωθυπουργού.
«Όποιος γνωρίζει την υπόθεση αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για μια πολιτικά υποκινούμενη διαδικασία, η οποία ξεκίνησε από ψευδή καταγγελία ακροδεξιάς οργάνωσης και βασίζεται σε αναληθείς πληροφορίες, με μοναδικό στόχο να παρενοχλήσει και να διώξει τη σύζυγο του πρωθυπουργού», προστίθεται στην ανακοίνωση.
Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας, ο Πέδρο Σάντσεθ είχε κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας, ωστόσο άσκησε το δικαίωμα σιωπής που προβλέπει η ισπανική νομοθεσία για τους συγγενείς κατηγορουμένων.
Η Μπεγκόνια Γκόμεθ, η οποία έως το φθινόπωρο του 2024 ήταν επικεφαλής μεταπτυχιακού προγράμματος διοίκησης επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Κομπλουτένσε της Μαδρίτης, κατηγορείται ότι αξιοποίησε την ιδιότητά της ως σύζυγος του πρωθυπουργού για να εξασφαλίσει τη θέση της στο πανεπιστήμιο, καθώς και χρηματοδοτήσεις.
Παράλληλα, αντιμετωπίζει κατηγορίες για παράνομη ιδιοποίηση λογισμικού που αναπτύχθηκε για λογαριασμό του πανεπιστημίου, αλλά και για τη χρήση των υπηρεσιών συνεργάτιδας που εργαζόταν στο γραφείο του πρωθυπουργού και αμειβόταν από το Δημόσιο, προκειμένου να τη συνδράμει στις ακαδημαϊκές της δραστηριότητες.
Με τη σημερινή απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται ότι η υπόθεση θα εκδικαστεί από σώμα ενόρκων, διαδικασία που στην Ισπανία εφαρμόζεται μόνο για συγκεκριμένες κατηγορίες αδικημάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αθέμιτη άσκηση επιρροής.
Σύμφωνα με τον ισπανικό Ποινικό Κώδικα, η αθέμιτη άσκηση επιρροής από ιδιώτη επισύρει ποινή φυλάκισης από έξι μήνες έως δύο έτη, ενώ για το αδίκημα της κατάχρησης η ποινή μπορεί, υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, να φτάσει έως και τα οκτώ χρόνια κάθειρξης.
Η υπόθεση έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά δικαστικών εξελίξεων που ασκούν έντονες πιέσεις στην κυβέρνηση Σάντσεθ. Νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, άλλο ισπανικό δικαστήριο έκρινε ένοχο τον αδελφό του πρωθυπουργού, Νταβίντ Σάντσεθ, για διοικητικό παράπτωμα, κρίνοντας ότι αξιοποίησε την επιρροή του αδελφού του για να προσληφθεί σε δημόσια υπηρεσία. Ως ποινή, του απαγορεύθηκε η άσκηση δημόσιου αξιώματος για εννέα χρόνια.
Παράλληλα, δύο πρώην στενοί συνεργάτες του πρωθυπουργού, ο Σάντος Θερντάν και ο πρώην υπουργός Μεταφορών Χοσέ Λουίς Άμπαλος, έχουν βρεθεί επίσης αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη για υποθέσεις διαφθοράς. Ο δεύτερος έχει ήδη καταδικαστεί σε κάθειρξη 24 ετών.
Επιπλέον, από τον Μάιο, κατηγορίες για αθέμιτη άσκηση επιρροής και δωροληψία αντιμετωπίζει και ο πρώην σοσιαλιστής πρωθυπουργός της Ισπανίας (2004–2011), Χοσέ Λουίς Ροδρίγκες Θαπατέρο, μια από τις πλέον γνωστές προσωπικότητες της ισπανικής κεντροαριστεράς.
Υπό το βάρος των εξελίξεων, τα κόμματα της αντιπολίτευσης εντείνουν τις πιέσεις προς τον Πέδρο Σάντσεθ, ζητώντας την παραίτησή του και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, ένα ενδεχόμενο που ο Ισπανός πρωθυπουργός έχει μέχρι στιγμής αποκλείσει.