Ο καθηγητής Εντ Χόκινς, ένας από τους κορυφαίους Βρετανούς επιστήμονες του κλίματος, εξηγεί στον Guardian τι γνωρίζουμε πλέον με βεβαιότητα – και γιατί δεν υπάρχει πλέον χώρος για αμφιβολίες.
«Θα το συνηθίσουμε»; Όχι, γιατί το «φυσιολογικό» αλλάζει συνεχώς
Ένα από τα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα είναι ότι οι άνθρωποι απλώς θα προσαρμοστούν στις υψηλότερες θερμοκρασίες.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Εντ Χόκινς του Πανεπιστημίου του Ρέντινγκ, το πρόβλημα είναι ότι το «νέο φυσιολογικό» μεταβάλλεται διαρκώς. Οι δέκα θερμότερες χρονιές που έχουν καταγραφεί σημειώθηκαν όλες μέσα στην τελευταία δεκαετία, ενώ τα ακραία φαινόμενα αυξάνονται ταχύτερα από τον μέσο όρο της παγκόσμιας θερμοκρασίας.
Με άλλα λόγια, οι σημερινοί καύσωνες ενδέχεται να θεωρούνται... ήπιοι σε λίγες δεκαετίες.
«Οι επιστήμονες διαφωνούν»; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη
Παρά τα όσα υποστηρίζουν οι αρνητές της κλιματικής αλλαγής, η επιστημονική κοινότητα είναι σαφής: η υπερθέρμανση του πλανήτη προκαλείται από ανθρώπινες δραστηριότητες, κυρίως από την καύση άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Όπως τονίζει ο Χόκινς, κάθε καύσωνας που βιώνουμε σήμερα είναι θερμότερος από ό,τι θα ήταν χωρίς τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Υπάρχει ακόμη αβεβαιότητα;
Οι επιστήμονες εξηγούν ότι μπορεί να υπάρχουν αβεβαιότητες στις επιμέρους προβλέψεις, όχι όμως στον βασικό μηχανισμό.
Η φυσική είναι γνωστή εδώ και περισσότερο από 170 χρόνια: όσο αυξάνεται η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, τόσο αυξάνεται και η θερμοκρασία του πλανήτη.
Ήδη από το 1938 ο Βρετανός μηχανικός Γκάι Κάλενταρ είχε δείξει ότι η Γη είχε αρχίσει να θερμαίνεται λόγω της καύσης ορυκτών καυσίμων. Σήμερα, τα στοιχεία είναι συντριπτικά.
Είναι όλα θέμα του Ελ Νίνιο;
Το φαινόμενο Ελ Νίνιο επηρεάζει πράγματι τον παγκόσμιο καιρό κάθε λίγα χρόνια.
Ωστόσο, δεν αποτελεί την αιτία της κλιματικής αλλαγής.
Οι επιστήμονες εξηγούν ότι φυσικά φαινόμενα, όπως το Ελ Νίνιο, υπήρχαν πάντοτε. Εκείνο που έχει αλλάξει είναι ότι πλέον εκδηλώνονται σε έναν ήδη θερμότερο πλανήτη, γεγονός που κάνει τους καύσωνες, τις πλημμύρες και τις ξηρασίες πολύ πιο έντονες.
Μήπως φταίει η τροχιά της Γης;
Πρόκειται για ακόμη έναν διαδεδομένο ισχυρισμό που δεν επιβεβαιώνεται επιστημονικά.
Οι μεταβολές στην τροχιά της Γης επηρεάζουν πράγματι το κλίμα, όμως σε χρονική κλίμακα δεκάδων χιλιάδων ετών.
Η απότομη αύξηση της θερμοκρασίας που παρατηρείται από τη Βιομηχανική Επανάσταση και μετά δεν μπορεί να εξηγηθεί από αυτές τις φυσικές μεταβολές, αλλά από τη μαζική καύση ορυκτών καυσίμων.
«Πάντα υπήρχαν καύσωνες»
Ναι, αλλά όχι σαν τους σημερινούς.
Ο καύσωνας του 1976 στη Βρετανία θεωρείται ιστορικός. Ωστόσο, οι θερμοκρασίες που καταγράφηκαν στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια ξεπέρασαν εκείνες της δεκαετίας του '70, ενώ έσπασαν ρεκόρ σε πολλές χώρες ταυτόχρονα.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι αν επαναλαμβάνονταν σήμερα οι ίδιες καιρικές συνθήκες του 1976, οι επιπτώσεις θα ήταν ακόμη πιο επικίνδυνες λόγω της ήδη αυξημένης θερμοκρασίας του πλανήτη.
Μπορούμε να αποδείξουμε ότι ένας καύσωνας οφείλεται στην κλιματική αλλαγή;
Η απάντηση είναι πιο σύνθετη.
Η κλιματική αλλαγή δεν δημιουργεί τα καιρικά συστήματα που προκαλούν έναν καύσωνα ή μια καταιγίδα.
Αυτό που κάνει είναι να αυξάνει σημαντικά την ένταση και την πιθανότητα εμφάνισής τους.
Μέσω ειδικών επιστημονικών μελετών, οι ερευνητές μπορούν πλέον να υπολογίσουν πόσο ισχυρότερο ή πιθανότερο έγινε ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο εξαιτίας της ανθρώπινης παρέμβασης στο κλίμα.
Τα στοιχεία είναι αρκετά;
Οι μετρήσεις θερμοκρασίας ξεκινούν από τις αρχές του 19ου αιώνα και δείχνουν ξεκάθαρα την ανοδική πορεία της παγκόσμιας θερμοκρασίας.
Παράλληλα, οι παγοπυρήνες από την Ανταρκτική και τη Γροιλανδία επιτρέπουν στους επιστήμονες να ανατρέξουν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πίσω.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι σημερινές συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα είναι υψηλότερες από οποιαδήποτε άλλη περίοδο που καταγράφεται στους παγοπυρήνες.
«Οι καύσωνες είναι ευκαιρία για διακοπές»
Για αρκετούς ανθρώπους οι υψηλές θερμοκρασίες σημαίνουν παραλία και διασκέδαση.
Για εκατομμύρια άλλους όμως αποτελούν σοβαρή απειλή.
Ηλικιωμένοι, μικρά παιδιά, άνθρωποι με καρδιαγγειακά ή αναπνευστικά προβλήματα, εργαζόμενοι σε εξωτερικούς χώρους και νοσηλευόμενοι ασθενείς αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο κατά τη διάρκεια παρατεταμένων περιόδων ακραίας ζέστης.
Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι τα μέσα ενημέρωσης θα πρέπει να αναδεικνύουν περισσότερο και αυτή τη διάσταση των καυσώνων και όχι μόνο εικόνες από γεμάτες παραλίες.
Γιατί άλλες χώρες αντέχουν καλύτερα τη ζέστη;
Χώρες της Μεσογείου έχουν εδώ και δεκαετίες προσαρμοστεί σε υψηλότερες θερμοκρασίες.
Στη Βρετανία, αντίθετα, τα σπίτια, τα σχολεία και οι υποδομές σχεδιάστηκαν για να διατηρούν τη θερμότητα τον χειμώνα και όχι τη δροσιά το καλοκαίρι.
Η προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες θεωρείται πλέον αναγκαία.
Οι προειδοποιήσεις για καύσωνα σώζουν ζωές
Οι ειδικοί απορρίπτουν επίσης τον ισχυρισμό ότι οι κρατικές προειδοποιήσεις προκαλούν αδικαιολόγητο πανικό.
Ο φονικός ευρωπαϊκός καύσωνας του 2003, που εκτιμάται ότι προκάλεσε από 40.000 έως 70.000 θανάτους, οδήγησε στη δημιουργία πολύ αποτελεσματικότερων συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης.
Η ενημέρωση των πολιτών, η προστασία των ευάλωτων ομάδων και απλές οδηγίες, όπως η επαρκής ενυδάτωση και η αποφυγή έκθεσης στον ήλιο τις θερμότερες ώρες της ημέρας, έχουν αποδειχθεί σωτήριες.
Το διοξείδιο του άνθρακα βοηθά τα φυτά;
Το επιχείρημα ότι το CO₂ λειτουργεί ως «τροφή» για τα φυτά χρησιμοποιείται συχνά για να υποβαθμίσει την κλιματική κρίση.
Οι επιστήμονες απαντούν ότι, σε πραγματικές συνθήκες, οι υψηλές θερμοκρασίες, η ξηρασία και οι μεταβολές στις βροχοπτώσεις μειώνουν τις αγροτικές αποδόσεις, ακυρώνοντας οποιοδήποτε πιθανό όφελος από την αυξημένη συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα.
«Είναι πλέον αργά»;
Ο καθηγητής Χόκινς απορρίπτει και αυτό το επιχείρημα.
Όπως σημειώνει, αφού ο άνθρωπος δημιούργησε το πρόβλημα, μπορεί και να το αντιμετωπίσει.
Η συνέχιση της καύσης ορυκτών καυσίμων θα οδηγήσει σε ακόμη υψηλότερες θερμοκρασίες και πιο ακραία φαινόμενα.
Αντίθετα, η επίτευξη μηδενικών καθαρών εκπομπών μπορεί να σταθεροποιήσει το κλίμα και να αποτρέψει ακόμη σοβαρότερες συνέπειες.
Το δίλημμα, καταλήγει, δεν είναι αν μπορούμε να δράσουμε, αλλά αν θα επιλέξουμε να το κάνουμε εγκαίρως.




