Υπενθυμίζεται ότι οι σεισμικές δονήσεις, μεγέθους 7,2 και 7,5 Ρίχτερ αντίστοιχα, προκάλεσαν το θάνατο περίπου 5.000 ανθρώπων, σύμφωνα με τα στοιχεία της κυβέρνησης της Βενεζουέλας. Παράλληλα, προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές σε κατοικίες, δημόσιες υποδομές και επαγγελματικά κτίρια στις βόρειες περιοχές της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Καράκας. Οι αρχές εκτιμούν ότι σχεδόν 17.000 άνθρωποι τραυματίστηκαν, ενώ περίπου 18.000 κάτοικοι εξακολουθούν να είναι άστεγοι.
Πρόκειται για τον πιο φονικό σεισμό που έχει καταγραφεί στη Βενεζουέλα από το 1812, ο οποίος σημειώθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετώπιζε ήδη σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, περισσότερο από το 76% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ από το 2015 περίπου 7,9 εκατομμύρια πολίτες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα.
«Ο σεισμός προκάλεσε άμεσες υλικές ζημιές που υπολογίζονται σε 19,6 δισεκατομμύρια δολάρια, ένα εξαιρετικά υψηλό κόστος για οποιαδήποτε οικονομία, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια συντονισμένη διεθνή και εγχώρια ανταπόκριση», δήλωσε η αντιπρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, Σουζάνα Κορντέιρο Γκέρα.
Όπως επισήμανε, εάν δεν πραγματοποιηθούν άμεσα οι απαραίτητες επενδύσεις, οι αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγική δραστηριότητα και στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών θα επιβραδύνουν σημαντικά την ανάκαμψη της χώρας.
Η Παγκόσμια Τράπεζα πραγματοποίησε την ταχεία εκτίμηση ζημιών μέσω της μεθοδολογίας Global Rapid Damage Estimation (GRADE), αξιοποιώντας μοντέλα σεισμικής προσομοίωσης, δεδομένα από τοπικά σεισμολογικά δίκτυα, δορυφορικές εικόνες, καθώς και πληροφορίες που παρείχαν η κυβέρνηση, ανθρωπιστικοί οργανισμοί και άλλοι φορείς που δραστηριοποιούνται στις πληγείσες περιοχές.
Η έκθεση διευκρινίζει ότι οι υπολογισμοί αφορούν αποκλειστικά το κόστος αντικατάστασης των κατεστραμμένων υποδομών και δεν περιλαμβάνουν τις δαπάνες για ανοικοδόμηση με αυξημένες αντισεισμικές προδιαγραφές ή για την αναβάθμιση των υφιστάμενων κατασκευών. Εάν συνυπολογιστούν οι εργασίες απομάκρυνσης των ερειπίων και η κατασκευή νέων κτιρίων με υψηλότερα πρότυπα ανθεκτικότητας, το συνολικό κόστος εκτιμάται ότι μπορεί να ανέλθει σε δύο έως δυόμισι φορές το αρχικό κόστος των ζημιών, προσεγγίζοντας τα 50 δισ. δολάρια.
Παράλληλα, η έκθεση δεν αποτυπώνει τις άμεσες οικονομικές απώλειες που προκάλεσε ο σεισμός, ενώ προβλέπει ότι η διαθέσιμη προσφορά εργασίας θα μειωθεί κατά περίπου 1% μέσα στο τρέχον έτος.
Η Παγκόσμια Τράπεζα ανακοίνωσε επίσης ότι συνεργάζεται με την κυβέρνηση της Βενεζουέλας, τη Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης (IDB) και την Αναπτυξιακή Τράπεζα της Λατινικής Αμερικής (CAF), προκειμένου να εκπονηθεί μια πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση των αναγκών για την αποκατάσταση και την ανοικοδόμηση της χώρας. Τέτοιου είδους αναλυτικές μελέτες απαιτούν συνήθως αρκετούς μήνες για να ολοκληρωθούν, σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις GRADE, οι οποίες συντάσσονται μέσα σε λίγες εβδομάδες από την εκδήλωση της φυσικής καταστροφής.
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της έκθεσης, το 47% των συνολικών ζημιών αφορά κατοικίες, το 27% υποδομές και το υπόλοιπο 26% μη οικιστικά κτίρια, όπως δημόσια κτίρια, επιχειρήσεις και άλλες εγκαταστάσεις.
Η Παγκόσμια Τράπεζα υπογραμμίζει ότι η ταχύτητα με την οποία θα προχωρήσει η ανοικοδόμηση θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο τόσο στην οικονομική ανάκαμψη όσο και στη συνολική κοινωνική σταθερότητα της Βενεζουέλας. Προειδοποιεί, μάλιστα, ότι χωρίς σημαντική ενίσχυση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, η παραγωγική ικανότητα της οικονομίας και το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) ενδέχεται να παραμείνουν χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από τον σεισμό τουλάχιστον έως το 2036.
Τέλος, η έκθεση επισημαίνει ότι, παρότι η πρόσθετη χρηματοδότηση μέσω δανεισμού θα επιβαρύνει περαιτέρω το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος της χώρας, θα μπορούσε παράλληλα να λειτουργήσει ως μοχλός για την επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας, συμβάλλοντας σταδιακά στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και της συνολικής οικονομικής κατάστασης της Βενεζουέλας.






