Το επικρατέστερο σενάριο μεταξύ αξιωματούχων του μεγαλύτερου παραγωγού στον Κόλπο θέλει τις τιμές να ξεπερνούν τα 180 δολάρια ανά βαρέλι, εφόσον τα προβλήματα στην προσφορά παραταθούν έως τα τέλη Απριλίου.
Μια «ανάσα» από τα 150 δολάρια
Οι αναλυτές της Aramco καλούνται να προβλέψουν τις εξελίξεις ενόψει της ανακοίνωσης των επίσημων τιμών πώλησης έως τις 2 Απριλίου, λαμβάνοντας υπόψη και ενδείξεις για τη ζήτηση.
Ήδη, το ελαφρύ σαουδαραβικό αργό πωλείται σε ασιατικές αγορές κοντά στα 125 δολάρια ανά βαρέλι. Καθώς τα αποθέματα μειώνονται, οι ελλείψεις αναμένεται να ενταθούν, οδηγώντας τις τιμές στα 138–140 δολάρια.
Εάν δεν υπάρξει αποκλιμάκωση έως τη δεύτερη εβδομάδα του Απριλίου και τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά, οι τιμές ενδέχεται να φτάσουν τα 150 δολάρια και στη συνέχεια να κινηθούν προς τα 165 ή και 180 δολάρια.
Οι επενδυτές τοποθετούνται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση, με αγορές options που «ποντάρουν» σε επίπεδα 130–150 δολαρίων.
Σημειώνεται ότι με βάση εκτίμηση της εταιρείας Kpler, οι τιμές θα μπορούσαν να αγγίξουν ή και να υπερβούν τα 150 δολάρια/βαρέλι μέχρι το τέλος του τρέχοντος μήνα, εάν ο πόλεμος συνεχιστεί.
Η trader Ρεμπέκα Μπάμπιν από την CIBC σημειώνει με τη σειρά της ότι η αγορά δεν θεωρεί πλέον πιθανή μια άμεση αποκλιμάκωση, κι εκτιμά και η ίδια ότι τα 150 δολάρια είναι εφικτά μέσα σε έναν μήνα και τα 180 έως τον Ιούνιο.
Ωστόσο, υπάρχουν και παράγοντες που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν την άνοδο, όπως μια ενδεχόμενη αποκλιμάκωση της σύγκρουσης ή αύξηση της παραγωγής από χώρες υπό κυρώσεις. Οι παραγωγοί παρακολουθούν στενά το επίπεδο τιμών στο οποίο η ζήτηση αρχίζει να μειώνεται — το λεγόμενο «demand destruction».
Σύμφωνα με τη Μπάμπιν, το όριο των 150 δολαρίων Brent αποτελεί σημείο καμπής, όπου καταναλωτές και επιχειρήσεις αρχίζουν να περιορίζουν τη χρήση καυσίμων και την παραγωγή.
Παρά το γεγονός ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε θεωρητικά να ενισχύσει τα έσοδα της Σαουδικής Αραβίας, η οποία βασίζεται σημαντικά στο πετρέλαιο, προκαλεί έντονο προβληματισμό. Πολύ υψηλές τιμές ενδέχεται να οδηγήσουν τους καταναλωτές σε μόνιμη μείωση της κατανάλωσης ή ακόμη και να πυροδοτήσουν ύφεση, πλήττοντας τελικά τη ζήτηση. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος η Σαουδική Αραβία να εμφανιστεί ως ωφελημένη από μια σύγκρουση στην οποία δεν έχει εμπλοκή.
Όπως επισημαίνει ο αναλυτής Ουμέρ Καρίμ από το King Faisal Center, η Σαουδική Αραβία δεν επιθυμεί απότομες αυξήσεις στις τιμές, καθώς αυτές ενισχύουν τη μακροχρόνια αστάθεια της αγοράς. Αντίθετα, προτιμά μια πιο ήπια άνοδο, που διατηρεί σταθερό και το μερίδιο αγοράς της.
Στο ρεπορτάζ της WSJ σημειώνεται πως η εθνική πετρελαϊκή εταιρεία Saudi Aramco, η οποία είναι υπεύθυνη για την παραγωγή και την τιμολόγηση, δεν προχώρησε σε κάποιο επίσημο σχόλιο.
Υπενθυμίζουμε, επίσης, ότι τα πρόσφατα πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις έχουν ήδη ωθήσει τις τιμές προς τα πάνω. Σε αντίποινα για ισραηλινή επίθεση στο κοίτασμα South Pars, το Ιράν έπληξε τον ενεργειακό κόμβο Ras Laffan στο Κατάρ, ενώ επιθέσεις σημειώθηκαν και σε υποδομές στον Κόλπο, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων στη Σαουδική Αραβία, στο Yanbu.
Παράλληλα, η Τεχεράνη συνέχισε να στοχοποιεί πλοία στην περιοχή, κλιμακώνοντας μια σειρά ενεργειών που έχουν ουσιαστικά περιορίσει τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ — από όπου διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν τα συμβόλαια Brent έως και τα 119 δολάρια ανά βαρέλι, πριν σημειωθεί μικρή υποχώρηση. Υπενθυμίζεται ότι το ιστορικό υψηλό είχε καταγραφεί τον Ιούλιο του 2008 στα 146,08 δολάρια.
Αναλυτές της Wood Mackenzie εκτιμούν ότι ακόμη και τα 200 δολάρια ανά βαρέλι δεν μπορούν να αποκλειστούν μέσα στο 2026.
Την ίδια στιγμή, τα συμβόλαια του Ομάν, που αντανακλούν πιο άμεσα τις τοπικές διαταραχές, ξεπέρασαν τα 166 δολάρια. Το συγκεκριμένο benchmark χρησιμοποιείται ευρέως για την τιμολόγηση πετρελαίου από παραγωγούς της Μέσης Ανατολής, αν και ορισμένοι αγοραστές εμφανίζονται επιφυλακτικοί λόγω της υψηλής μεταβλητότητάς του.
Ο πόλεμος έχει ήδη αφαιρέσει σημαντικές ποσότητες πετρελαίου από την αγορά, με τις τιμές να έχουν αυξηθεί περίπου κατά 50% από τα τέλη Φεβρουαρίου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η τιμή στην αντλία. Η κατανάλωση βενζίνης τείνει να μειώνεται όταν ξεπερνά τα 3,50 δολάρια ανά γαλόνι. Στις ΗΠΑ, οι τιμές έχουν ήδη φτάσει τα 3,88 δολάρια, ενώ το ντίζελ διαμορφώνεται στα 5,10 δολάρια, επιβαρύνοντας σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα.
Όπως επισημαίνει ο Φίλιπ Μπλανκάτο της Ladenburg Asset Management, οι αυξημένες τιμές καυσίμων λειτουργούν ουσιαστικά ως ένας επιπλέον «φόρος» για καταναλωτές και επιχειρήσεις.



