Το sell-off στην αγορά σταθερού εισοδήματος έχει οδηγήσει τις αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων αναφοράς στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007. Παράλληλα, περισσότεροι από τους μισούς από τους 173 συμμετέχοντες σε έρευνα της Markets Pulse την περασμένη εβδομάδα εκτίμησαν ότι η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου θα αγγίξει το 6% έως το τέλος του έτους.
Το κόστος χρηματοδότησης αυξάνεται από την Ιαπωνία έως τη Γαλλία, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο τα ομόλογα έχουν χάσει φέτος 2,7% της αξίας τους. Την ίδια περίοδο, οι μετοχές έχουν καταγράψει άνοδο 13%.
Η υποχώρηση των τιμών των ομολόγων και η αντίστοιχη άνοδος των αποδόσεων σημειώνονται σε ένα περιβάλλον επίμονου πληθωρισμού, αυξανόμενων δημοσιονομικών ανησυχιών και ανθεκτικής οικονομικής ανάπτυξης. Οι εξελίξεις αυτές εντείνουν τις πιέσεις στην αγορά κρατικού χρέους και οδηγούν τους επενδυτές να εξετάζουν ποιοι παράγοντες βρίσκονται πίσω από την άνοδο των αποδόσεων.
Ο Τόρστεν Σλοκ της Apollo Global Management υποστηρίζει, όπως και άλλοι αναλυτές, ότι υπάρχει κίνδυνος τα επιτόκια να παραμείνουν «υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα». «Ακόμη και αν έχουν ξεπεραστεί ορισμένα βασικά όρια, δεν πιστεύουμε ότι οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις έχουν απαραίτητα φτάσει ακόμα σε ένα επίπεδο σταθεροποίησης», δήλωσε στο Reuters ο Ζιλ Μοέκ, επικεφαλής οικονομολόγος του Ομίλου AXA.
1. Ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη
Σε περιόδους επιδείνωσης των οικονομικών προοπτικών, οι επενδυτές συνήθως στρέφονται στα ομόλογα. Η σημερινή εικόνα, ωστόσο, είναι διαφορετική, καθώς η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να κινείται με ικανοποιητικούς ρυθμούς και η παγκόσμια ανάπτυξη παραμένει ισχυρή, παρά τον πόλεμο με το Ιράν και το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης.
Η επιχειρηματική δραστηριότητα διεθνώς παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ενώ οι δείκτες του μεταποιητικού κλάδου δείχνουν ρυθμούς ανάπτυξης που παραπέμπουν στην ισχυρότερη επίδοση των τελευταίων ετών για τις μεγαλύτερες οικονομίες.
Η ανθεκτικότητα της οικονομίας ενισχύει, με τη σειρά της, τις πληθωριστικές πιέσεις και την πιθανότητα νέων αυξήσεων επιτοκίων, ενώ ταυτόχρονα κάνει τις μετοχές πιο ελκυστικές σε σχέση με τα ομόλογα για ορισμένους επενδυτές. Ο υψηλός πληθωρισμός λειτουργεί αρνητικά για τους τίτλους σταθερού εισοδήματος, καθώς μειώνει την πραγματική αξία των τοκομεριδίων και των μελλοντικών αποπληρωμών κεφαλαίου.
«Η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή και, αν μη τι άλλο, σύμφωνα με τους δείκτες PMI, γίνεται ακόμη ισχυρότερη», δήλωσε ο Μάρτιν Χάρβεϊ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου σταθερού εισοδήματος στη Wellington Management. Όπως πρόσθεσε, «τα ομόλογα δεν αποτελούν καλή αντιστάθμιση κινδύνου για τις μετοχές αυτή τη στιγμή».
2. Άνοδος στις τιμές των εμπορευμάτων
Ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν προκάλεσε, σύμφωνα με τη Goldman Sachs, τη μεγαλύτερη κρίση εφοδιασμού πετρελαίου στην ιστορία.
Η τιμή του Brent έφτασε έως τα 126,41 δολάρια το βαρέλι, ενώ τις τελευταίες ημέρες έχει επιστρέψει πάνω από το επίπεδο των 100 δολαρίων. Η σύγκρουση περιόρισε τις ροές ενέργειας μέσω του κρίσιμου Στενού του Ορμούζ, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι τιμές της βενζίνης και του ντίζελ και να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα οι πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα, σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται και στις τιμές των τροφίμων, εξέλιξη που αποδίδεται εν μέρει και στα πρόσφατα κύματα καύσωνα.
3. Αυξήσεις επιτοκίων
Οι κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης, των ΗΠΑ, της Αυστραλίας και της Ιαπωνίας έχουν προχωρήσει σε αυξήσεις επιτοκίων προκειμένου να περιορίσουν τον πληθωρισμό. Οι αγορές προεξοφλούν πλέον το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων τους επόμενους μήνες στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, αλλά και στο Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα έδειξε ότι περίπου το 90% της αύξησης των ονομαστικών αποδόσεων των 10ετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων από τον Αύγουστο του 2020 συνέπεσε χρονικά με τις ανακοινώσεις για τις θέσεις εργασίας εκτός αγροτικού τομέα στις ΗΠΑ και τις ομιλίες κορυφαίων αξιωματούχων της Fed. Το στοιχείο αυτό θεωρείται ένδειξη ότι οι προσδοκίες της αγοράς για τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια αποτελούν τον κυριότερο παράγοντα διαμόρφωσης των αποδόσεων.
Παράλληλα, η αύξηση του κόστους δανεισμού επηρεάζει και την αγορά στεγαστικών δανείων. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων προχωρούν λιγότερο συχνά σε αναχρηματοδότηση, γεγονός που επιμηκύνει τη διάρκεια των ενυπόθηκων ομολόγων και αναγκάζει ορισμένους επενδυτές να πουλήσουν κρατικούς τίτλους προκειμένου να αντισταθμίσουν τον αυξημένο κίνδυνο επιτοκίου.
4. Οι επενδύσεις των «hyperscalers»
Η παγκόσμια κούρσα για την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του δανεισμού, ενισχύοντας την ήδη ταχεία συσσώρευση χρέους στις αγορές.
Οι τεχνολογικές εταιρείες έχουν εκδώσει φέτος ομόλογα συνολικής αξίας άνω των 400 δισ. δολαρίων σε παγκόσμιο επίπεδο, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις στην τεχνολογία, με το μεγαλύτερο μέρος των εκδόσεων να αφορά την αμερικανική αγορά.
Ως αποτέλεσμα, κυβερνήσεις και επιχειρήσεις κάθε είδους, μεταξύ άλλων εταιρείες που χρηματοδοτούν συγχωνεύσεις και εξαγορές, καλούνται να ανταγωνιστούν εντονότερα για την άντληση κεφαλαίων από τους επενδυτές.
«Αυτό θα συμβάλει τελικά στην αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων υψηλής ποιότητας -όπως τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα- απλώς ως αποτέλεσμα της ραγδαίας αύξησης της προσφοράς», έγραψε ο Αρίφ Χουσέιν, επικεφαλής του τμήματος παγκόσμιων τίτλων σταθερού εισοδήματος στην T. Rowe Price, η οποία διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία ύψους 1,9 τρισ. δολαρίων.
Αναλυτές της Barclays επισημαίνουν παράλληλα ότι οι δαπάνες που απαιτούνται για την ανάπτυξη των υποδομών αποτελούν έναν ακόμη παράγοντα που εξηγεί την ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας, παρά το υψηλότερο κόστος δανεισμού.
5. Δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέος
Οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι αυξάνονται καθώς τα ελλείμματα παραμένουν υψηλά και οι κυβερνήσεις εμφανίζονται απρόθυμες να προχωρήσουν σε ουσιαστικές παρεμβάσεις για τον περιορισμό τους.
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε πρόσφατα για πρώτη φορά τα 40 τρισ. δολάρια. Η αύξηση αυτή συνδέεται με τις φορολογικές περικοπές, αλλά και με τις συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, της πανδημίας του Covid και των πρόσφατων ενεργειακών και γεωπολιτικών αναταράξεων.
Οι χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης αναμένεται να δανειστούν συνολικά 18 τρισ. δολάρια μέσα στο έτος. Η αυξημένη προσφορά χρέους στις αγορές ενισχύει την ανάγκη των επενδυτών για υψηλότερες αποδόσεις προκειμένου να τοποθετηθούν σε κρατικούς τίτλους.
Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που αντιμετωπίζει αυξημένο κόστος δανεισμού, καθώς οι επενδυτές προετοιμάζονται για τις εκλογές του επόμενου έτους και το ενδεχόμενο μιας λαϊκιστικής κυβέρνησης να ακολουθήσει πιο χαλαρή δημοσιονομική πολιτική.
6. Αμυντικές δαπάνες
Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν, η συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία και οι ευρύτερες εξοπλιστικές τάσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία ενισχύουν τις ανάγκες για αμυντικές επενδύσεις.
Ο αμυντικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ ανήλθε στο 1 τρισ. δολάρια κατά το οικονομικό έτος 2026, ξεπερνώντας για πρώτη φορά το συγκεκριμένο όριο.
Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών επιβαρύνει τις χρηματοδοτικές ανάγκες των κυβερνήσεων, οδηγώντας σε περισσότερες εκδόσεις κρατικών ομολόγων και ασκώντας, κατ’ επέκταση, ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις.
7. Η Ιαπωνία
Η Ιαπωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με το πρόβλημα της αδυναμίας του γεν, ενώ οι αρχές ενδέχεται να πωλούν ξένα ομόλογα προκειμένου να συμβάλουν στην αντιμετώπισή του.
Τα επίσημα στοιχεία έδειξαν ότι τα αποθέματα ξένων τίτλων της Ιαπωνίας μειώθηκαν κατά ποσό-ρεκόρ 87,8 δισ. δολαρίων στα τέλη Αυγούστου σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην πιθανότητα πώλησης κρατικών ομολόγων από το Τόκιο με στόχο τη στήριξη του γεν.
Μια νέα παρέμβαση προς αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να εντείνει ακόμη περισσότερο τις πιέσεις στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων. Ωστόσο, η επιθυμία προστασίας των κρατικών τίτλων θεωρείται ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ΗΠΑ βοήθησαν το Τόκιο να στηρίξει το νόμισμά του.
Την ίδια στιγμή, ο Εντ Γιαρντένι, πρόεδρος και επικεφαλής επενδυτικός στρατηγικός της Yardeni Research, εκτιμά ότι η εκκαθάριση των συναλλαγών «carry trade» που χρηματοδοτούνται με γεν συμβάλλει επίσης στην πτώση των τιμών των ομολόγων. Πρόκειται για συναλλαγές κατά τις οποίες οι επενδυτές δανείζονται γεν και χρησιμοποιούν τα κεφάλαια για επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία με υψηλότερες αποδόσεις.
«Η άνοδος των επιτοκίων στην Ιαπωνία αναγκάζει πλέον τους επενδυτές που ασκούν το carry trade να πουλήσουν τα κρατικά ομόλογα που αγόρασαν παγκοσμίως με τα έσοδα από φθηνά δάνεια σε γεν», έγραψε.
8. Εμπορικοί πόλεμοι
Ο συνεχιζόμενος εμπορικός πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που μπορεί να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Οι υψηλότεροι δασμοί αυξάνουν το κόστος των εισαγόμενων προϊόντων και δημιουργούν τον κίνδυνο να παραμείνουν οι πιέσεις στις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Ως αποτέλεσμα, ενισχύονται οι προσδοκίες για διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλότερα επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, γεγονός που ασκεί επιπλέον ανοδική πίεση στις αποδόσεις των ομολόγων.
Οι εμπορικές αντιπαραθέσεις θεωρούνται επίσης ένδειξη βαθύτερου γεωπολιτικού κατακερματισμού και μιας ολοένα πιο αβέβαιης παγκόσμιας προοπτικής. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις ως αντιστάθμισμα για την αυξημένη αβεβαιότητα.
«Ο αυξανόμενος γεωπολιτικός κίνδυνος φαίνεται να έχει κάνει πολλές χώρες πιο διστακτικές στο να κατέχουν αμερικανικό δημόσιο χρέος», δήλωσε ο Στίβεν Μπάροου, επικεφαλής στρατηγικής της G-10 στη Standard Bank.
9. Αλλαγή στη βάση των επενδυτών
Στην αγορά κρατικών ομολόγων, η σύνθεση της επενδυτικής βάσης έχει μεταβληθεί, καθώς η Fed και οι ξένες κεντρικές τράπεζες έχουν δώσει μεγαλύτερο χώρο σε εγχώριους και ξένους ιδιώτες επενδυτές, μεταξύ των οποίων και τα hedge funds.
Υπολογισμοί του Bloomberg Economics δείχνουν ότι το μερίδιο των αμερικανικών κρατικών ομολόγων που κατέχουν η Fed και οι ξένες κεντρικές τράπεζες, ως ποσοστό του αμερικανικού ΑΕΠ, έχει μειωθεί από το 2020 κατά περίπου 12 και 8 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα.
Ερευνητές της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης ανέφεραν τον περασμένο μήνα ότι η αγορά έχει γίνει «όλο και πιο ευαίσθητη στις τιμές με την πάροδο του χρόνου», εξέλιξη που, σύμφωνα με τους ίδιους, εξηγεί «σημαντικό μέρος των ιστορικών μεταβολών των αποδόσεων».
Παράλληλα, το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Νορβηγίας πρότεινε πρόσφατα τη μείωση της έκθεσής του σε κρατικά ομόλογα στο χαρτοφυλάκιό του, συνολικής αξίας 2,3 τρισ. δολαρίων.
10. Αποταμιεύσεις και δημογραφικό
Ένας ακόμη παράγοντας που εξετάζεται είναι η υποχώρηση της παγκόσμιας υπερπροσφοράς αποταμιεύσεων, η οποία για δεκαετίες είχε συμβάλει στη συγκράτηση του κόστους δανεισμού.
Παράλληλα, αναλυτές της Moody’s ανέφεραν σε έκθεση που δημοσιεύθηκε την 1η Οκτωβρίου ότι η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί έναν ακόμη «σημαντικό» πιστωτικό κίνδυνο. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη μείωση των ποσοστών γεννήσεων και την αύξηση του προσδόκιμου ζωής.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι δημογραφικές αυτές μεταβολές αναμένεται να περιορίσουν την προσφορά εργασίας, να επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη και να αυξήσουν το κόστος των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων.
Το σύνολο αυτών των παραγόντων, σε συνδυασμό με τις τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες που αναμένεται να αντιμετωπίσουν κυβερνήσεις και επιχειρήσεις, διαμορφώνει ένα περιβάλλον στο οποίο οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων παραμένουν υπό ανοδική πίεση.



