Η μάρτυρας εξήγησε ότι τον Νοέμβριο του 2021 έλαβε στο κινητό της ένα ύποπτο μήνυμα, την περίοδο που η ίδια και άλλοι συνάδελφοί της –οι οποίοι είχαν μετακινηθεί σε άλλη υπηρεσία θεωρούμενοι «ανεπιθύμητοι»– είχαν υποβάλει αναφορά σε βάρος της ΕΥΠ και ετοιμάζονταν να καταθέσουν και σχετικό υπόμνημα.
Κατά την κατάθεσή της στη δίκη των τεσσάρων κατηγορουμένων, εκπροσώπων εταιρειών που συνδέονται με το Predator, ανέφερε ότι έχει ήδη καταθέσει μήνυση κατά της ΕΥΠ, θεωρώντας ότι η Υπηρεσία ευθύνεται για την αποστολή του επίμαχου sms.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, το μήνυμα που έλαβε έγραφε «Κοριτσάκι μου θυμάσαι;» και περιείχε έναν σύνδεσμο. «Τη στιγμή που μου στάλθηκε βρισκόμουν στο γραφείο του δικηγόρου μου για να ετοιμάσουμε το υπόμνημα που θα κατέθετα, στο οποίο επρόκειτο να κατονομάσουμε και τον ίδιο τον πρωθυπουργό», είπε, προσθέτοντας πως αρχικά δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το μήνυμα περιείχε κακόβουλο λογισμικό, μέχρι που ενημερώθηκε σχετικά από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.
Η αστυνομικός δήλωσε κατηγορηματικά: «Είμαι απολύτως βέβαιη, εκατό τοις εκατό, ότι το μήνυμα το έστειλε η ΕΥΠ. Η Υπηρεσία δεν προχώρησε σε καμία εσωτερική έρευνα, ενώ υπήρχαν στελέχη της που είχαν παγιδευτεί. Αυτό δεν έχει συμβεί πουθενά αλλού».
Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με το γιατί στράφηκε εναντίον της ΕΥΠ και για τη μετάταξή της, ανέφερε ότι υπηρετούσε στην ΕΥΠ από το 2007 έως το 2021. «Τον Δεκέμβριο του 2021 μεταταχθήκαμε με τροπολογία στην ΕΛ.ΑΣ. Στα μέσα Ιουλίου 2021 είχε δημιουργηθεί, με υπογραφή του κ. Γρηγόρη Δημητριάδη, μια νέα υποδιεύθυνση χωρίς αντικείμενο, ουσιαστικά εικονική. Μας μετέφεραν εκεί επειδή δεν ήμασταν αρεστοί στη διοίκηση», είπε.
Η ίδια και άλλοι υπάλληλοι, όπως κατέθεσε, αντέδρασαν, καθώς δεν τους είχε ανατεθεί κανένα έργο. «Στις 16 Σεπτεμβρίου 2021 στείλαμε εξώδικο στον διοικητή, χωρίς να λάβουμε απάντηση. Συνεχίσαμε να παρουσιαζόμαστε κανονικά, χωρίς καμία απασχόληση. Τελικά, υποβάλαμε μηνυτήρια αναφορά για παράβαση καθήκοντος», εξήγησε. Επίσης, ανέφερε ότι και άλλη συνάδελφός της από την ίδια ομάδα είχε λάβει μολυσμένο μήνυμα.
Όταν ρωτήθηκε από την πρόεδρο του δικαστηρίου αν είχε ενημέρωση από την ΕΥΠ για παρακολούθηση του τηλεφώνου της, απάντησε πως έχει ζητήσει επίσημη ενημέρωση, αλλά δεν έχει λάβει καμία απάντηση. «Πιστεύω ότι στη δική μου περίπτωση χρησιμοποιήθηκε διαφορετικός τρόπος παρακολούθησης», σημείωσε.
Στην ερώτηση τι πιστεύει ότι ήθελαν να μάθουν, απάντησε: «Ήθελαν να ακούσουν κάτι ή να αποκτήσουν πρόσβαση σε κάποιο αρχείο. Εγώ δεν είχα καμία πολιτική εμπλοκή. Όταν παγιδεύτηκα, ήμουν στο γραφείο του δικηγόρου μου, κάτι που η Υπηρεσία γνώριζε».
Όσον αφορά τους κατηγορουμένους, η μάρτυρας είπε πως δεν τους γνώριζε προσωπικά, αλλά ενημερώθηκε για τις σχέσεις τους με το Predator μέσα από τα στοιχεία της έρευνας. Κατά την άποψή της, «οι εταιρικές συνδέσεις προκύπτουν ξεκάθαρα από τη δικογραφία. Η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε αντί της Κύπρου ως κέντρο για τις εξαγωγές του λογισμικού και πιθανόν τα σχετικά έξοδα να καλύφθηκαν μέσα από άλλη νόμιμη δαπάνη».
Σε ερώτηση του εισαγγελέα για τη δραστηριότητα της υπηρεσίας στην οποία είχαν μετακινηθεί, η μάρτυρας απάντησε: «Για πέντε μήνες δεν κάναμε απολύτως τίποτα. Πηγαίναμε, πίναμε καφέ και φεύγαμε».
Όταν ο εισαγγελέας τη ρώτησε αν εκεί τοποθετήθηκαν οι «ανεπιθύμητοι», εκείνη απάντησε καταφατικά, υποστηρίζοντας ότι η διοίκηση ήθελε να απομακρύνει συγκεκριμένα άτομα για να δημιουργήσει θέσεις για νέες προσλήψεις.
Η δίκη συνεχίζεται.



