Η υπόθεση ήρθε στο φως ύστερα από ανώνυμη καταγγελία, σύμφωνα με την οποία το πλοίο είχε φορτωθεί κατά παράβαση των προβλεπόμενων διαδικασιών και μετέφερε περισσότερους επιβάτες από όσους επιτρέπονταν. Το πλοίο είχε ήδη αποπλεύσει με προορισμό τη Μύκονο, την Κω και τη Ρόδο, όταν έλαβε εντολή να επιστρέψει στον προβλήτα του Νέου Μώλου Δραπετσώνας, προκειμένου να πραγματοποιηθεί έκτακτος έλεγχος.
Κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης από στελέχη του Λιμενικού Σώματος διαπιστώθηκε ότι στο πλοίο επέβαιναν 15 συνοδοί οχημάτων, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 12.
Επιπλέον, οι λιμενικές αρχές εντόπισαν τρία βυτιοφόρα οχήματα που μετέφεραν υγραέριο και είχαν σταθμεύσει σε κλειστό χώρο του πλοίου, αντί να βρίσκονται σε ανοικτό κατάστρωμα, όπως προβλέπουν οι κανόνες ασφαλούς μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων.
Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, πραγματοποιήθηκε πλήρης εκφόρτωση του πλοίου και ακολούθησε νέα φόρτωση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα ασφαλείας. Στη συνέχεια, το φορτηγό-οχηματαγωγό απέπλευσε εκ νέου για την εκτέλεση του προγραμματισμένου δρομολογίου του.
Σε βάρος του 53χρονου πλοιάρχου σχηματίστηκε δικογραφία για παράβαση του άρθρου 235 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, ενώ την προανάκριση έχει αναλάβει το Β΄ Λιμενικό Τμήμα Κερατσινίου του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά.



