Έτσι, οι τιμές στα πράσινα τιμολόγια κυμαίνονται από 14,24 έως και 20,55 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
Την ίδια στιγμή, στην αγορά υπάρχουν πιο οικονομικές επιλογές, και γι’ αυτό η προσοχή να στρέφεται όλο και περισσότερο στα σταθερά (μπλε) τιμολόγια, τα οποία παρουσιάζουν μεγαλύτερη εμπορική δυναμική.
Ο Νικήτας Μακρίδης, ενεργειακός αναλυτής, είπε στο ραδιόφωνο «Αθήνα 9,84» ότι βλέπουμε μία τάση η «ψαλίδα» ανάμεσα στα πράσινα και τα μπλε τιμολόγια να μεγαλώνει συνεχώς.
Η αλλαγή, λοιπόν, και η μεταφορά σε μπλε τιμολόγιο είναι μία κίνηση που δεν θα πρέπει οι καταναλωτές να φοβούνται, είπε ακόμη, σημειώνοντας πως στατιστικά όσοι επέλεξαν τα μπλε τιμολόγια έχουν βγει κερδισμένοι. Εξάλλου, το 70% - 80% των καταναλωτών στην Ευρώπη επιλέγουν σταθερό τιμολόγιο, εξήγησε.
Όσον αφορά τα μπλε τιμολόγια, παρότι συχνά έχουν αυξημένο πάγιο, η τιμή της κιλοβατώρας είναι σχετικά χαμηλή – αυτό είναι που τα καθιστά προτιμότερα.
Σχετικά με τη μεγαλύτερη κατανάλωση τους θερινούς μήνες, λόγω κλιματιστικών, ο κ. Μακρίδης σημείωσε ότι το πάγιο σε όλα τα είδη τιμολογίων καλύπτει ένα σημαντικό μέρος του ποσού, επομένως η επιβάρυνση που έρχεται δεν θα είναι τεράστια, ιδιαιτέρως στα κλιματιστικά νέας γενιάς.
Στο top 3 των ευρωπαϊκών πρωτευουσών η Αθήνα
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δείκτη HEPI (Household Energy Price Index), η Αθήνα καταγράφει την 3η μεγαλύτερη αύξηση στην τιμή του ρεύματος που πληρώνει ο καταναλωτής ανάμεσα σε 33 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η τιμή ρεύματος στην Αθήνα αυξήθηκε κατά 3% σε σχέση με τον Μάιο, με τη Μαδρίτη και τη Λισαβόνα να προηγούνται μόνον, σημειώνοντας υψηλότερες αυξήσεις, στο 7% και 6% αντίστοιχα.
Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, προμηθευτές ενεργοποίησαν ρήτρες αναπροσαρμογής που προβλέπονται για έκτακτες καταστάσεις. Η ΔΕΗ, για παράδειγμα, ανακοίνωσε ότι απορρόφησε το μεγαλύτερο μέρος της αύξσηης στην χονδρεμπορική. Παρ’ όλα αυτά, η αύξηση στο πράσινο οικιακό τιμολόγιο από τον Ιούνιο στον Ιούλιο άγγιξε το +7,7%.
Ο κ. Μακρίδης σημείωσε σχετικά ότι σταδιακά οι αυξομειώσεις θα περνούν όλο και περισσότερο στον καταναλωτή, αφού οι εταιρείες όλο και λιγότερο θα απορροφούν τη διαφορά.






