Έτσι σχολίαζε στις 3 Ιανουαρίου του 1933 τη ραγδαία άνοδο του Χίτλερ και των Ναζί ο πασιφιστής δημοσιογράφος Καρλ φον Οσιέτσκι στο περιοδικό Die Weltbühne, σε άρθρο του με τον τίτλο «Χειμερινά παραμύθια», στο οποίο εξέφραζε με αιχμηρότητα την απέχθειά του για τους Εθνικοσοσιαλιστές και την ανησυχία του για την ισχυρή τους απήχηση στη βαθιά άρρωστη και παρηκμασμένη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Οι χειρότεροι φόβοι του φον Οσιέτσκι επιβεβαιώθηκαν στην πορεία. Ο Αδόλφος Χίτλερ διορίστηκε καγκελάριος, με τη στήριξη συντηρητικών και εθνικιστικών δυνάμεων. Στις εκλογές που ακολούθησαν, οι Ναζί αναδείχθηκαν πρώτη δύναμη, χωρίς όμως να εξασφαλίσουν αυτοδυναμία. Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι Εθνικοσοσιαλιστές πέρασαν τον Εξουσιοδοτικό Νόμο (Ermächtigungsgesetz) με στήριξη όλων των κομμάτων πλην των Σοσιαλδημοκρατών (οι Κομμουνιστές βρίσκονταν ήδη υπό διωγμό). Η κίνηση αυτή έδωσε στον Χίτλερ τη δυνατότητα να παρακάμπτει το Reichstag, βάζοντας ταφόπλακα στη δημοκρατική τάξη.
Η επιστροφή της βαναυσότητας, της κομπορρημοσύνης και της αμυαλοσύνης
Το σημερινό πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας θυμίζει σε αρκετά σημεία την εύθραυστη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αλλά και τα λόγια του φον Οσιέτσκι. Το ακροδεξιό και εξτρεμιστικό σε τοπικό επίπεδο κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) σαρώνει στις κρατιδιακές εκλογές και βρίσκεται σε ομοσπονδιακό επίπεδο στην πρώτη θέση, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Κι ενώ πριν μερικά χρόνια οι θέσεις του φάνταζαν παλαβές και ακραίες, πλέον έχουν γίνει mainstream.
Μερικά μόνο παραδείγματα ακρότητας είναι οι φωνές εκπροσώπων του κόμματος που ζητούν απέλαση μεταναστών χωρίς να εξαιρούν περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν αποκτήσει γερμανική υπηκοότητα, η απομάκρυνση μεταναστών και παιδιών με ειδικές ανάγκες από την ενιαία εκπαίδευση στα σχολεία, η επανεξέταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, οι επιθέσεις κατά των ΛΟΑΤΚΙ και λοιπών μειονοτήτων, η έξοδος από το ευρώ και τη Σένγκεν, οι επιθέσεις φιλίας στη Ρωσία.
Όλα αυτά διατυμπανίζονταν χωρίς δισταγμό και επιφυλάξεις στον προεκλογικό αγώνα του κόμματος στη Σαξονία-Άνχαλτ. Εν τέλει, οι εξτρεμιστές βγήκαν με άνεση πρώτοι φτάνοντας στο θηριώδες ποσοστό της τάξης του 43,8%. Η ωμότητα των δηλώσεων και συνθημάτων τους δεν «φρέναρε» τη δυναμική τους, αλλά την ενίσχυσε.
Ο επικεφαλής υποψήφιος της AfD και διεκδικητής της πρωθυπουργίας Ούλριχ Ζίγκμουντ έδωσε μάλιστα συνέχεια στην ακραία ρητορική μετά το πέρας των εκλογών, όταν ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου ότι οι επενδύσεις στον στρατιωτικό κλάδο είναι καλοδεχούμενες, ώστε να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα μέσα για την υλοποίηση των απελάσεων, προκαλώντας αντιδράσεις. Παρόλα αυτά, η άνοδος του κόμματος συνεχίστηκε στις τοπικές εκλογές που ακολούθησαν στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο.
Η οικειοποίηση των νέων μέσων
Τέτοιου είδους ακρότητες κανονικοποιούνται στη δημόσια σφαίρα και λόγω της ύπαρξης των social media. Οι αλγόριθμοι ευνοούν όσους επενδύουν στην ένταση, τις προσωπικές επιθέσεις και την τοξικότητα. Η AfD έχει καταφέρει να εργαλειοποιήσει υπέρ της το άναρχο τοπίο στις πλατφόρμες, κυριαρχώντας κατά κράτος σε αυτές, μέσω ενός ευρύτατου δικτύου influencer, podcaster και τρολ. Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί το γεγονός ότι η κυριαρχία αυτή συνέβαλε στην κινητοποίηση κοινών όπως οι νέοι ή οι άνθρωποι που απείχαν στις προηγούμενες εκλογικές διαδικασίες.
Συνεπώς, η AfD έχει καταφέρει να προσαρμοστεί αποτελεσματικά στις νέες μορφές επικοινωνίας. Πρόκειται για άλλη μια ομοιότητα με την άνοδο των Ναζί, οι οποίοι επίσης είχαν καταφέρει να εργαλειοποιήσουν υπέρ τους τα νέα μέσα της τότε εποχής: τη δύναμη της εικόνας μέσω της φωτογραφίας, της οθόνης και κυρίως, του ραδιοφώνου.
Επιπλέον, όπως και τότε, το πολιτικό τοπίο είναι κατακερματισμένο και τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου δυσκολεύονται να βρουν πειστικές απαντήσεις στην άνοδό της ακροδεξιάς, με τον κίνδυνο ακυβερνησίας να είναι πλέον υπαρκτός.
Αστερίσκοι
Εντούτοις, παρά τις ομοιότητες, η σημερινή συγκυρία δεν είναι ταυτόσημη με τον Μεσοπόλεμο. Μεταξύ άλλων, δεν έχει προηγηθεί στο κοντινό παρελθόν κάποιος ευρύτερος πόλεμος όπως ο Α΄ Παγκόσμιος. Η σημερινή σύγκρουση στην Ουκρανία, μολονότι έχει ευρύτερες διεθνείς διαστάσεις, δεν έχει εξελιχθεί μέχρι σήμερα σε έναν γενικευμένο ευρωπαϊκό πόλεμο. Παράλληλα, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σημερινή Γερμανία δεν είναι προϊόν κάποιας οικονομικής κατάρρευσης, όπως στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης στον απόηχο του κραχ του 1929, αλλά ευρύτερων δομικών προβλημάτων, που συνδέονται με ατέλειες της Επανένωσης, καθυστερημένες τομές και παρεμβάσεις στο παραγωγικό μοντέλο, τις νέες γεωπολιτικές και τεχνολογικές προκλήσεις.
Ένα όμως παραμένει ίδιο – ή έχει τουλάχιστον επανέλθει. Η βαναυσότητα, η κομπορρημοσύνη και η αμυαλοσύνη που επέρριπτε ο φον Οσιέτσκι στους εχθρούς της Δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού έχουν επιστρέψει στο προσκήνιο, διεκδικώντας με αξιώσεις εκλογικές πρωτιές, όχι μόνο στη Γερμανία αλλά και αλλού. Ο ίδιος ο αντιναζιστής δημοσιογράφος φυλακίστηκε και βασανίστηκε από το καθεστώς και πέθανε το 1938 από φυματίωση και τις συνέπειες της κακομεταχείρισής του. Είχε τιμηθεί με το Νόμπελ Ειρήνης του 1935, χωρίς όμως να του επιτραπεί από τους Ναζί να το παραλάβει αυτοπροσώπως. Σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά, τα λόγια του μοιάζουν να είναι ξανά επίκαιρα.









