Τούτων δοθέντων αναδεικνύεται η ανάγκη για πρωτογενή στοιχεία, ανάλυση και βέβαια τεκμηρίωση πολιτικών, είτε αυτές αφορούν μια επιχείρηση είτε την πολιτεία, ώστε τα όποια βήματα να γίνονται ζυγισμένα, ανεξάρτητα από το μέγεθος της κάθε επιχείρησης. Αυτό ήταν ένα βασικό μήνυμα της ειδικής συνέντευξης τύπου που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα, 13 Ιουνίου στο ξενοδοχείο Electra Palace, όπου παρουσιάστηκαν τα πρόσφατα στοιχεία του ελληνικού τουρισμού και της φιλοξενίας, από τη διοίκηση του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων.
Κατά την εισαγωγική της τοποθέτηση, μάλιστα, η Πρόεδρος του ΙΤΕΠ, κυρία Χριστίνα Τετράδη, αναφέρθηκε στο όραμα του Ινστιτούτου, που επικεντρώνεται στην ανάγκη ο σχεδιασμός της εθνικής στρατηγικής για τον ελληνικό τουρισμό να βασίζεται πάνω στα γερά θεμέλια της τεκμηριωμένης γνώσης.
«Το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων, είναι ο θεσμικός μηχανισμός μέσω του οποίου ο τουρισμός αποκτά μετρήσιμη πραγματικότητα» ανέφερε χαρακτηριστικά η κυρία Τετράδη, εξηγώντας ότι σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας, κλιματικής πίεσης, ενεργειακής αστάθειας και ταχέων αλλαγών στη ζήτηση, το ΙΤΕΠ παράγει πρωτογενή στοιχεία, καταγράφει τάσεις, μετρά επιδόσεις, αναλύει συμπεριφορές, αποτιμά επιπτώσεις, προβλέπει μεταβολές και εντοπίζει έγκαιρα κινδύνους και μετατοπίσεις, δηλαδή δεν προβαίνει σε απλή παρακολούθηση του τουρισμού, αλλά στην ουσιαστική αποκωδικοποίησή του.
Η κυρία Τετράδη επισήμανε ακόμα, ότι στον κλάδο συχνά κυριαρχεί η συγκυριακή αποτίμηση, ενώ εδώ και πολλά χρόνια, ο τουρισμός στην Ελλάδα κρίνεται κυρίως από το μέγεθός του, δηλαδή από τις αφίξεις, τις διανυκτερεύσεις, τα έσοδα και τις πληρότητες, τονίζοντας ωστόσο ότι οι αριθμοί, από μόνοι τους, δεν αρκούν, καθώς η αύξηση δεν ταυτίζεται πάντα με την πρόοδο, η ζήτηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανθεκτικότητα και η επιτυχία μιας σεζόν δεν αποτελεί από μόνη της στρατηγική, ούτε εγγυάται την επιτυχία της επόμενης.
«Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα δεν είναι αν ο τουρισμός αναπτύσσεται, αλλά αν αναπτύσσεται σωστά. Δηλαδή με ποιους όρους, με ποιες επιπτώσεις, με ποια αντοχή στον χρόνο» υπογράμμισε η κυρία Τετράδη. Σε αυτό το κομβικό σημείο βρίσκεται και η στρατηγική αποστολή του ερευνητικού έργου του ΙΤΕΠ, καθώς διαθέτει τα εργαλεία να μετασχηματίζει τα δεδομένα σε γνώση, τη γνώση σε πρόβλεψη και την πρόβλεψη σε εργαλείο λήψης αποφάσεων.
Η κυρία Τετράδη δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις στρατηγικές συνεργασίες του ΙΤΕΠ, το οποίο λειτουργεί ως ο «θεσμικός κρίκος» ανάμεσα σε όλους τους φορείς του κλάδου και της αγοράς, ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνονται να είναι έγκαιρες, ρεαλιστικές, καλά μελετημένες και περισσότερο επωφελείς, καταλήγοντας πως «ο τρόπος που σχεδιάζουμε τον τουρισμό είναι, τελικά, ο τρόπος που σχεδιάζουμε την ίδια τη χώρα».
Επενδύσεις-ρεκόρ με έμφαση στην ποιότητα
Στο μεταξύ, με βάση τα στοιχεία του ΙΤΕΠ, ο ξενοδοχειακός κλάδος έχει αντιληφθεί την ανάγκη των επενδύσεων και της ποιοτικής αναβάθμισης σε κάθε του κλίμακα. Μάλιστα, το 2025 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο για τις επενδύσεις των ελληνικών ξενοδοχείων, οι οποίες ανήλθαν στα 1,5 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 50% σε σχέση με το 2024 και το υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας τετραετίας.
Ουσιαστικά, η στρατηγική του κλάδου μετατοπίζεται πλέον από την ποσοτική ανάπτυξη προς την αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Από το συνολικό ποσό των επενδύσεων, σχεδόν το 20% κατευθύνθηκε σε δράσεις βιωσιμότητας, όπως ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα εξοικονόμησης φυσικών πόρων. Κάτι που όπως τόνισε ο Γενικός Διευθυντής του ΙΤΕΠ, Γιώργος Πετράκος κατά κόρον γίνονται από τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι οι μεγαλύτερες ξενοδοχειακές μονάδες, που έχουν και μεγαλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία, επενδύουν συστηματικά σε συστήματα παρακολούθησης της κατανάλωσης ενέργειας και νερού, σε αυτοματισμούς και έξυπνες τεχνολογίες διαχείρισης εγκαταστάσεων, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις επικεντρώνονται κυρίως σε παρεμβάσεις χαμηλότερου κόστους που μειώνουν την κατανάλωση ενέργειας και φυσικών πόρων.
Αναβάθμιση του ξενοδοχειακού χάρτη
Ειδικότερα, μέσα στην τελευταία δεκαετία τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων υπερδιπλασιάστηκαν, ενώ οι μονάδες τεσσάρων αστέρων αυξήθηκαν κατά 45%. Αντίθετα, οι κατηγορίες ενός και δύο αστέρων μειώθηκαν κατά 22%, κυρίως λόγω ανακαινίσεων και αναβαθμίσεων υφιστάμενων μονάδων.
Σήμερα, το 54,4% των ξενοδοχειακών δωματίων της χώρας βρίσκεται σε ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική αναβάθμιση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Παράλληλα, ο συνολικός αριθμός των ξενοδοχείων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος, φθάνοντας τις 10.118 μονάδες, ενώ τα διαθέσιμα δωμάτια αυξήθηκαν κατά 11%, στις 450.565.
Αυξημένος τζίρος και υψηλές πληρότητες
Η ποιοτική αναβάθμιση αντανακλάται και στα οικονομικά αποτελέσματα του κλάδου. Ο συνολικός κύκλος εργασιών των ξενοδοχείων ανήλθε στα 12,5 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 8,7% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ενώ οι διανυκτερεύσεις έφτασαν τα 163,7 εκατομμύρια.
Οι πληρότητες παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, ενώ οι μέσες τιμές δωματίου κατέγραψαν διψήφια άνοδο, εξέλιξη που αποδίδεται τόσο στην αύξηση του λειτουργικού κόστους όσο και στη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών.
Βιωσιμότητα και τεχνητή νοημοσύνη στο επίκεντρο
Επιπλέον, οι επενδύσεις στη βιωσιμότητα, αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Το 61% των ξενοδοχείων συνεργάζεται με πιστοποιημένους τοπικούς παραγωγούς, ενώ περισσότερο από το μισό της αξίας των αγορών τροφίμων και ποτών αφορά ελληνικά προϊόντα, ενισχύοντας τη σύνδεση του τουρισμού με την τοπική οικονομία.
Παράλληλα, οι μεγάλες μονάδες επενδύουν σε «έξυπνα» συστήματα διαχείρισης ενέργειας και νερού, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις προχωρούν σε παρεμβάσεις εξοικονόμησης πόρων χαμηλότερου κόστους.
Την ίδια στιγμή, η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται δυναμικά στην καθημερινή λειτουργία των ξενοδοχείων. Περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις παρακολουθούν τις εξελίξεις γύρω από την AI, ενώ περίπου μία στις τρεις αξιοποιεί ήδη εφαρμογές όπως το ChatGPT και το Gemini, κυρίως για την εξυπηρέτηση πελατών, την παραγωγή περιεχομένου και τη διοικητική υποστήριξη.
Η πορεία της σεζόν
Στο μεταξύ, σε σχέση με την πορεία της σεζόν, το δίμηνο Ιουλίου - Αυγούστου αναμένεται να αποτελέσει το καθοριστικότερο διάστημα για την εξέλιξη της φετινής τουριστικής περιόδου, καθώς οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής διαμορφώνουν πλέον σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της αγοράς.
Μέχρι στιγμής, πάντως, τα στοιχεία δείχνουν ότι η σεζόν κινείται στα επίπεδα του 2025, χωρίς σημαντικές διαφοροποιήσεις. Συγκεκριμένα, ο Ιούνιος έκλεισε με αντίστοιχες πληρότητες και τιμές, ενώ οι οριστικές εκτιμήσεις παραμένουν πρόωρες, καθώς η δυναμική των δύο κορυφαίων μηνών της χρονιάς δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί.
«Είναι πολύ νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα. Οι δύο ισχυρότεροι μήνες της τουριστικής περιόδου βρίσκονται μπροστά μας», ανέφερε, χαρακτηριστικά, η νέα πρόεδρος του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ), Χριστίνα Τετράδη, παρουσιάζοντας τα πρόσφατα στοιχεία του ελληνικού τουρισμού και της φιλοξενίας του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων, σε ειδική Συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα, 13 Ιουνίου στο ξενοδοχείο Electra Palace.
Οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής αλλάζουν τα δεδομένα
Το βασικό χαρακτηριστικό, πάντως, της φετινής χρονιάς είναι η εντυπωσιακή ενίσχυση των κρατήσεων της τελευταίας στιγμής. Οι ταξιδιώτες καθυστερούν περισσότερο να οργανώσουν τις διακοπές τους, χωρίς όμως να περιορίζουν τη διάθεσή τους για ταξίδια.
Όπως επισημαίνει η Χριστίνα Τετράδη, ο τουρισμός έχει πλέον εξελιχθεί σε βασική προτεραιότητα για τους καταναλωτές, γεγονός που διατηρεί την Ελλάδα στις κορυφαίες επιλογές των διεθνών επισκεπτών και ενισχύει την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Βελτίωση στην απασχόληση, αλλά οι ελλείψεις παραμένουν
Ένας άλλο κομβικό για τον κλάδο θέμα, που επηρεάζει και τη συνολική εικόνα είναι και η αγορά εργασίας, που ειδικά σε συνθήκη last minute κρατήσεων παρουσιάζει μεγάλες προκλήσεις. Ητοι δε διευκολύνει το σχεδιασμό των επιχειρήσεων. Πάντως, η έγκαιρη ολοκλήρωση των διαδικασιών για τις μετακλήσεις προσωπικού, όπως αναφέρθηκε, επέτρεψε στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις να στελεχωθούν νωρίτερα, περιορίζοντας αισθητά τα προβλήματα των προηγούμενων ετών.
Παρά τη βελτίωση, η στελέχωση εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση. Οι κενές οργανικές θέσεις μειώθηκαν στις 36.145, που αντιστοιχούν στο 14% του συνολικού προσωπικού, έναντι περισσότερων από 55.000 τα προηγούμενα χρόνια.






