Σε κάθε περίπτωση, ο αμερικανικός οίκος εκτιμά πως η ελληνική οικονομία συνεχίζει να προσφέρει ένα από τα ισχυρότερα αναπτυξιακά προφίλ στην Ευρώπη και σημειώνει ότι εξακολουθεί να στηρίζεται από ισχυρή εγχώρια ζήτηση, επενδύσεις και εισροές ευρωπαϊκών κεφαλαίων, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον για τις τράπεζες.
Ακόμη, σύμφωνα με τη σχετική έκθεση, οι αναλυτές της Morgan Stanley «βλέπουν» αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 2,1% το 2026 και 2,0% το 2027, με τις επενδύσεις να ενισχύονται κατά περίπου 5% ετησίως.
Παράλληλα, εκτιμούν πως η χώρα θα συνεχίσει να καταγράφει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει στο 131,5% έως το 2027.
Πού βασίζεται η κερδοφορία
Σύμφωνα με το ίδιο report, το θετικό μακροοικονομικό περιβάλλον μεταφράζεται σε συνεχή άνοδο των επιχειρηματικών δανείων, καθώς και σε αύξηση των καταθέσεων με ρυθμό που εκτιμάται στο 3% έως 4% σε ετήσια βάση. Την ίδια στιγμή, αναμένεται περαιτέρω ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες, λόγω της ανάπτυξης δραστηριοτήτων στη διαχείριση κεφαλαίων και στον ασφαλιστικό τομέα.
Παράλληλα, η περιορισμένη διαθεσιμότητα στην αγορά εργασίας εκτιμάται ότι θα συμβάλει στη διατήρηση του κόστους πιστωτικού κινδύνου σε χαμηλά επίπεδα.
Οι ελληνικές τράπεζες συγκαταλέγονται – όπως τονίζει ο οίκος – στις ευαίσθητες στα επιτόκια στην Ευρώπη, πράγμα που συνεχίζει να στηρίζει τα καθαρά έσοδα από τόκους, ενώ η ισχυρή καταθετική βάση επιτρέπει τη διατήρηση υψηλών περιθωρίων κέρδους.
Παρά τη σημαντική υπεραπόδοση των μετοχών τα τελευταία χρόνια, η Morgan Stanley θεωρεί ότι οι αποτιμήσεις παραμένουν ελκυστικές.
Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζονται να διαπραγματεύονται με περίπου 10% χαμηλότερη αποτίμηση σε όρους δείκτη P/E για το 2028 σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζουν υψηλότερες προβλέψεις για την αύξηση της ενσώματης λογιστικής τους αξίας και των μερισματικών αποδόσεων.
Σημαντικός παράγοντας για τον διεθνή οίκο είναι και η μετάβαση της Ελλάδας από αναδυόμενη σε ανεπτυγμένη αγορά, εξέλιξη που εκτιμάται πως θα αποτελέσει επιπλέον καταλύτη για τις ελληνικές μετοχές.
Υπενθυμίζεται ότι οι δείκτες STOXX και FTSE Russell προγραμματίζουν την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς σε ανεπτυγμένη τον Σεπτέμβριο του 2026, ενώ η MSCI αναμένεται να ακολουθήσει τον Μάιο του 2027.
Σύμφωνα με την εκτίμηση του οίκου, η συγκεκριμένη εξέλιξη θα οδηγήσει σταδιακά σε αυξημένες εισροές κεφαλαίων από θεσμικούς επενδυτές των ανεπτυγμένων αγορών και θα ενισχύσει περαιτέρω το επενδυτικό ενδιαφέρον για τον τραπεζικό κλάδο στην Ελλάδα.
Τα top picks
Η σειρά προτίμησης της Morgan Stanley είναι Alpha Bank, Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα και CrediaBank.
Αναλυτικότερα, για την Alpha Bank ο αμερικανικός οίκος δίνει τιμή-στόχο 4,90 ευρώ και σύσταση υπεραπόδοσης («Overweight»), θεωρώντας πως το νέο επιχειρηματικό σχέδιο, οι πρόσφατες εξαγορές και συγχωνεύσεις, καθώς και η προοπτική περαιτέρω ενίσχυσης των κεφαλαίων μπορούν να οδηγήσουν σε αναβαθμίσεις των εκτιμήσεων.
Η μετοχή αποτιμάται στις 6,5 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη για το 2028 και περίπου στο 1,1 φορές της ενσώματης λογιστικής της αξίας, επίπεδα τα οποία ο οίκος θεωρεί υποτιμημένα. Η τιμή-στόχος υποδηλώνει δυνατότητα ανόδου της τάξης του περίπου 25%.
Στην περίπτωση της Eurobank, η Morgan Stanley διατηρεί τη σύσταση υπεραπόδοσης με τιμή-στόσο τα 4,90 ευρώ επίσης, ξεχωρίζοντας τη γεωγραφική διαφοροποίηση του ομίλου σε Ελλάδα, Βουλγαρία και Κύπρο, καθώς και τη διαφοροποίηση του επιχειρηματικού μοντέλου μέσω των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων.
Εκτιμά ότι η αγορά υποτιμά τη μελλοντική κερδοφορία της τράπεζας, παρά το γεγονός ότι προβλέπεται απόδοση επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 19% το 2028.
Η τιμή-στόχος για την Τράπεζα Πειραιώς διαμορφώνεται στα 11,30 ευρώ, με τον αμερικανικό οίκο να εκτιμά πως τα έσοδα από προμήθειες το 2028 θα ξεπεράσουν τόσο τις εκτιμήσεις της αγοράς όσο και τους στόχους της διοίκησης, χάρη στην ανάπτυξη της διαχείρισης κεφαλαίων, των δανείων και των εσόδων από ακίνητα.
Ουδέτερη σύσταση διατηρεί ο οίκος για Εθνική και CrediaBank, δίνοντας στην μεν πρώτη τιμή-στόχο 17,20 ευρώ και στη δεύτερη 1,16 ευρώ.
Ως προς την ΕΤΕ, η Morgan Stanley αναγνωρίζει την ιδιαίτερα συντηρητική διαχείριση, τα υψηλά κεφαλαιακά αποθέματα, την ισχυρή ρευστότητα και τις σημαντικές επενδύσεις στην τεχνολογία. Επιπλέον, θεωρεί ότι οι άλλες ελληνικές τράπεζες προσφέρουν πιο ελκυστικό συνδυασμό αποτίμησης και αναπτυξιακής δυναμικής.
Στην περίπτωση της CrediaBank, η Morgan Stanley σημειώνει πως διαθέτει το υψηλότερο αναπτυξιακό προφίλ στον κλάδο, με αύξηση όγκων περίπου διπλάσια από τους ανταγωνιστές, αύξηση κερδών ανά μετοχή σχεδόν 70% και αύξηση της ενσώματης λογιστικής αξίας κατά 25% ετησίως έως το 2028. Ωστόσο θεωρεί ότι οι τρέχουσες αποτιμήσεις αποτυπώνουν ήδη αυτή την αναπτυξιακή προοπτική.



