Σε δημόσια ανακοίνωσή της, η Ένωση καταδικάζει τα περιστατικά που σημειώθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες, υποστηρίζοντας ότι πλοία με τουρκική σημαία ή τουρκική ιδιοκτησία στοχοποιήθηκαν ενώ εκτελούσαν «αποκλειστικά οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες», χωρίς καμία εμπλοκή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις ή πολεμικές ενέργειες.
Οι Τούρκοι εφοπλιστές αναφέρουν ότι ο εμπορικός τους στόλος δρα στη Μαύρη Θάλασσα –όπως και σε όλες τις θάλασσες του κόσμου– με μοναδικό σκοπό τη μεταφορά φορτίων στο πλαίσιο της διεθνούς ναυτιλίας και της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας.
Υπογραμμίζουν επίσης ότι η στοχοποίηση εμπορικών πλοίων πλήττει τη θεμελιώδη αρχή της ελευθερίας και της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, μια αρχή που αποτελεί τη βάση του διεθνούς θαλάσσιου εμπορίου και της οικονομικής διασύνδεσης των κρατών. Στο ίδιο πνεύμα, καλούν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να σεβαστούν το διεθνές δίκαιο και να κρατήσουν πλοία και πληρώματα μακριά από τις ζώνες συγκρούσεων.
Η θέση αυτή, ωστόσο, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τα όσα υποστηρίζει η Ουκρανία.
Το Κίεβο έχει ανακοινώσει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις προχώρησε το ίδιο σε επιχειρήσεις κατά εμπορικών πλοίων, υποστηρίζοντας ότι αυτά δεν λειτουργούσαν ως ουδέτερα μέσα μεταφοράς, αλλά συμμετείχαν στην παράνομη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου και στην παράκαμψη του καθεστώτος διεθνών κυρώσεων που έχει επιβληθεί στη Ρωσία.
Σύμφωνα με τις ουκρανικές αρχές, τέτοια πλοία εντάσσονται στον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» της Μόσχας και αντιμετωπίζονται ως μέρος της ρωσικής εφοδιαστικής και ενεργειακής αλυσίδας.
Η Ουκρανία συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις κατά τέτοιων πλοίων δεν συνιστούν επιθέσεις κατά ουδέτερων εμπορικών στόχων, αλλά νόμιμες στρατιωτικές ενέργειες στο πλαίσιο ενός πολέμου, ανεξαρτήτως σημαίας ή εθνικότητας της πλοιοκτησίας.
Η ουκρανική θέση μετατοπίζει έτσι το ζήτημα από την προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στο πεδίο της επιβολής κυρώσεων και της αποκοπής της Ρωσίας από κρίσιμες ενεργειακές και εμπορικές ροές.
Η αντίφαση αυτή αποτυπώνεται και στα συγκεκριμένα περιστατικά που σημειώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2025. Στις 12 Δεκεμβρίου, ρωσικές δυνάμεις εξαπέλυσαν επιθέσεις με drones και πυραυλικά μέσα κατά των λιμανιών της Οδησσού και του Τσορνομόρσκ (Chornomorsk), στο νότιο μέτωπο της Ουκρανίας.
Κατά τη διάρκεια αυτών των επιθέσεων, τουλάχιστον τρία εμπορικά πλοία τουρκικών συμφερόντων υπέστησαν ζημιές ενώ βρίσκονταν δεμένα στα λιμάνια. Μεταξύ αυτών ήταν το φορτηγό πλοίο CENK T, στο οποίο προκλήθηκε πυρκαγιά. Η φωτιά έσβησε και δεν αναφέρθηκαν τραυματισμοί στο πλήρωμα.
Μία ημέρα αργότερα, στις 13 Δεκεμβρίου 2025, το φορτηγό πλοίο VIVA, τουρκικής ιδιοκτησίας, δέχθηκε επίθεση με drone ενώ έπλεε στη Μαύρη Θάλασσα, κοντά στην περιοχή της Οδησσού. Σύμφωνα με τις ουκρανικές αρχές, το πλήγμα αποδόθηκε σε ρωσικές δυνάμεις. Το πλοίο υπέστη υλικές ζημιές, χωρίς να υπάρξουν απώλειες, και συνέχισε το ταξίδι του.
Παράλληλα με τα περιστατικά που αποδίδονται σε ρωσικές επιθέσεις, η Ουκρανία επιμένει ότι μέρος των επιχειρήσεών της στη Μαύρη Θάλασσα στοχεύει πλοία που θεωρεί ότι συμμετέχουν ενεργά στην παράνομη διακίνηση ρωσικού πετρελαίου.
Η ουκρανική πλευρά υποστηρίζει ότι, σε συνθήκες πολέμου, η διάκριση μεταξύ εμπορικής και στρατηγικής χρήσης ενός πλοίου καθίσταται κρίσιμη και ότι όσα πλοία εξυπηρετούν την ενεργειακή και οικονομική αντοχή της Ρωσίας παύουν να θεωρούνται ουδέτερα.
Από την πλευρά τους, οι Τούρκοι εφοπλιστές απορρίπτουν τις κατηγορίες αυτές και επιμένουν ότι τα πλοία τους εκτελούν νόμιμα εμπορικά δρομολόγια, σύμφωνα με το διεθνές ναυτικό και εμπορικό δίκαιο. Η Ένωση Τούρκων Εφοπλιστών αποφεύγει να κατονομάσει συγκεκριμένα πλοία ή να αποδώσει ρητά ευθύνες σε συγκεκριμένη πλευρά, γεγονός που ερμηνεύεται ως προσπάθεια να κρατηθεί ανοιχτό το ζήτημα σε θεσμικό και διπλωματικό επίπεδο.
Η σύγκρουση των δύο αφηγήσεων αναδεικνύει το αυξανόμενο ρίσκο για την εμπορική ναυτιλία στη Μαύρη Θάλασσα, όπου τα όρια μεταξύ ουδέτερης εμπορικής δραστηριότητας και στρατιωτικής στοχοποίησης γίνονται ολοένα και πιο θολά.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα εμπορικά πλοία και ιδίως όσα δραστηριοποιούνται σε ενεργειακές μεταφορές βρίσκονται αντιμέτωπα με μια νέα πραγματικότητα, στην οποία η ερμηνεία της νομιμότητας εξαρτάται άμεσα από την πλευρά που ελέγχει το πεδίο και από τους στόχους του πολέμου.







