Ο κ. Γκίκας, ο οποίος στο παρελθόν υπηρέτησε ως κυβερνήτης της φρεγάτας «Σαλαμίς» και έχει επιχειρησιακή εμπειρία από τα συγκεκριμένα ύδατα, επισήμανε ότι η διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί μια ιδιαίτερα δύσκολη επιχειρησιακή εξίσωση. Όπως εξήγησε, πρόκειται για ένα στενό πέρασμα στο οποίο υπάρχουν πληροφορίες για πόντιση ναρκών αλλά και παρουσία θαλάσσιων drones, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τους κινδύνους.
Αναφερόμενος στο πώς θα μπορούσε να διασφαλιστεί η διέλευση των πλοίων, ο υφυπουργός Ναυτιλίας σημείωσε ότι το ζήτημα είναι κυρίως επιχειρησιακό. Όπως εξήγησε, εάν υπάρχουν ενδείξεις για ύπαρξη ναρκών, θα πρέπει αρχικά να δημιουργηθεί ασφαλής δίαυλος διέλευσης μέσω ειδικών επιχειρήσεων εκκαθάρισης. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η συνοδεία εμπορικών πλοίων από πολεμικά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εάν δεν υπάρχει πλήρης έλεγχος των ακτών των στενών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, πριν από οποιαδήποτε επιχείρηση συνοδείας απαιτούνται σημαντικά προπαρασκευαστικά βήματα, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να διαμορφωθούν οι συνθήκες ασφάλειας που θα επιτρέψουν την υλοποίηση μιας επιχείρησης αντίστοιχης της «Ασπίδες».
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο ελληνικής συμμετοχής σε μια τέτοια επιχείρηση, ο κ. Γκίκας ανέφερε ότι πρόκειται για απόφαση που θα ληφθεί από την ελληνική κυβέρνηση, αφού πρώτα αξιολογηθούν οι συνθήκες ασφαλείας. Όπως σημείωσε, για να μπορέσει η Ελλάδα να εμπλακεί επιχειρησιακά, το επίπεδο κινδύνου θα πρέπει να είναι περιορισμένο, καθώς – όπως τόνισε – αυτή τη στιγμή το ρίσκο θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό.
Ο υφυπουργός επανέλαβε ότι η διασφάλιση της περιοχής προϋποθέτει τον έλεγχο των ακτών του Ιράν, οι οποίες εκτείνονται σε αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα, καθώς και την εξάλειψη απειλών από ναρκοθέτηση ή άλλες στρατιωτικές ενέργειες. «Δεν πρόκειται για μια εύκολη επιχείρηση», σημείωσε, προσθέτοντας ότι μόνο αφού ολοκληρωθούν οι απαραίτητες επιχειρησιακές διαδικασίες θα μπορούσε να εξεταστεί η συνοδεία εμπορικών πλοίων.
Παράλληλα, ο κ. Γκίκας παρουσίασε στοιχεία για την παρουσία ελληνικών πλοίων στην ευρύτερη περιοχή. Όπως ανέφερε, στον Περσικό Κόλπο βρίσκονται δέκα πλοία με ελληνική σημαία, στα οποία υπηρετούν συνολικά 90 Έλληνες ναυτικοί. Επιπλέον, δύο ξένα κρουαζιερόπλοια στην περιοχή απασχολούν ακόμη 74 Έλληνες ναυτικούς.
Τα δέκα πλοία με ελληνική σημαία βρίσκονται σε λιμάνια του Ιράκ, του Κουβέιτ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο υφυπουργός αποκάλυψε ότι το υπουργείο Ναυτιλίας βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τη ναυτιλιακή κοινότητα και ιδιαίτερα με τα πλοία ελληνικής σημαίας, κατόπιν σχετικών εντολών του υπουργού Ναυτιλίας Βασίλη Κικίλια.
Συνολικά, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου και των Στενών του Ορμούζ βρίσκονται 176 πλοία ελληνικών συμφερόντων. Αν υπολογιστούν και οι περιοχές της Αραβικής και της Ερυθράς Θάλασσας, τα πλοία με ελληνική σημαία ανέρχονται σε 37.
Παρά την ένταση στην περιοχή, μόνο ένας Έλληνας ναυτικός ζήτησε να επιστρέψει στην Ελλάδα και έχει ήδη επαναπατριστεί.
Ο κ. Γκίκας τόνισε ότι το υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τα πλοία και τη ναυτιλιακή κοινότητα, με συνεχή ροή πληροφοριών για την κατάσταση στην περιοχή. Παράλληλα, έχει πραγματοποιηθεί καταγραφή και αξιολόγηση όλων των λιμένων της ευρύτερης περιοχής, ώστε σε περίπτωση ανάγκης να μπορούν να καταφύγουν εκεί πλοία ελληνικών συμφερόντων.
«Το βασικό μας μέλημα είναι να μην υπάρξει πλήγμα σε ελληνικό πλοίο και φυσικά να προστατευθεί η ασφάλεια και η υγεία των Ελλήνων ναυτικών», υπογράμμισε.
Κλείνοντας, ο υφυπουργός Ναυτιλίας σημείωσε ότι η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ είναι κρίσιμη για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Όπως εξήγησε, από το συγκεκριμένο πέρασμα διακινείται περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και το 25% της παγκόσμιας παραγωγής φυσικού αερίου.
«Ακόμη κι αν αυξηθεί η ροή μέσω της Ερυθράς Θάλασσας, τα προβλήματα θα παραμείνουν μεγάλα όσο τα Στενά του Ορμούζ δεν λειτουργούν κανονικά», κατέληξε.



