«Το νέο θεσμικό πλαίσιο αποσκοπεί στο να καταστεί η Ελλάδα ανταγωνιστική στην Οικονομία της Γνώσης», δήλωσε ο υπουργός Ανάπτυξης κ. Δ. Σιούφας, προσθέτοντας επίσης ότι «με τη συνεργασία Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ερευνητικών Κέντρων και, κυρίως, της επιχειρηματικής κοινότητας, και την αξιοποίηση της συνεργασίας αυτής, με τον καλύτερο τρόπο, μπορούμε να επενδύσουμε στη γνώση, να επενδύσουμε στην έρευνα και, πραγματικά, να αξιοποιήσουμε, με τον καλύτερο τρόπο, τις τρομακτικές δυνατότητες που έχουν οι επιστήμονές μας στην Ελλάδα, αλλά και εκείνοι οι οποίοι δραστηριοποιούνται στη διασπορά. Είναι η σημαντικότερη πλουτοπαραγωγική πηγή που έχει η Πατρίδα μας.»
Από την πλευρά της η υπουργός Παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου, έκανε λόγο για στενή συνεργασία με το υπουργείο Ανάπτυξης επί δύο χρόνια και τόνισε ότι το νομοσχέδιο για την έρευνα και την τεχνολογία αναβαθμίζει τον ρόλο του υπουργείου Παιδείας και δίνει την ευκαιρία για την αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού εντός και εκτός της Ελλάδας.
Ερωτηθείσα η κ. Γιαννάκου για το πρόβλημα που δημιουργήθηκε χθες με την ανάρτηση λανθασμένων βαθμολογικών πινάκων, είπε ότι το πρόβλημα διορθώθηκε και σήμερα οι σωστές ανακοινώσεις είναι στη θέση τους.
Υπενθυμίζεται ότι το νομοσχέδιο για την έρευνα βασίζεται σε τρεις άξονες:
1. Στην προώθηση προγραμμάτων συνεργασίας πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, μεγάλων οργανισμών (εθνικών και διεθνικών).
2. Στην ενίσχυση της έρευνας με κίνητρα για τους άριστους στην επιστήμη και τους καινοτόμους.
3. Στην προώθηση επιχειρηματικότητας στις νέες τεχνολογίες.
Αναλυτικότερα, τα βασικά στοιχεία του σχεδίου νόμου έχουν ως εξής:
1.Περιγραφή υπάρχουσας δομής
Το ελληνικό σύστημα διαχείρισης της Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας σήμερα στη χώρα μας ακολουθεί ένα συγκεντρωτικό μοντέλο, καθώς οι προτεραιότητες καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από πάνω προς τα κάτω, κυρίως μέσω των διαφόρων επιχειρησιακών προγραμμάτων. Τα ερευνητικά κέντρα χρηματοδοτούνται, σε ετήσια βάση, μέσω του τακτικού προϋπολογισμού και υπάρχει διοικητική και οικονομική εποπτεία από τη ΓΓΕΤ, ωστόσο υπάρχει και η δυνατότητα συμμετοχής σε ανταγωνιστικά προγράμματα του Προγράμματος Πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΕΠΑΝ.
Το Υπουργείο Ανάπτυξης, μέσω της ΓΓΕΤ, έχει την αρμοδιότητα για την χάραξη και εφαρμογή της πολιτικής για την Έρευνα, Τεχνολογία και Καινοτομία. Υπάρχουν γνωμοδοτικά όργανα, όπως το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας και η Ειδική Επιτροπή Αποτίμησης Τεχνολογίας της Βουλής , τα οποία όμως δεν έχουν ιδιαίτερα αποφασιστικό ρόλο.
Η χρηματοδότηση της Έρευνας γίνεται κατά 46 % στα Α.Ε.Ι, κατά 22 % στα Ερευνητικά Κέντρα και κατά 32 % στις επιχειρήσεις. Οι δαπάνες για την έρευνα σήμερα ανέρχονται σε 0.6 % του ΑΕΠ, στο οποίο οι επιχειρήσεις συμμετέχουν με 32 %. Οι μέσοι όροι για την ΕΕ είναι 1.9% και 50%, αντίστοιχα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του σημερινού συστήματος είναι οι μηδαμινές δαπάνες για την βασική έρευνα από καθαρά εθνικούς πόρους.
Το συνολικό ερευνητικό δυναμικό της χώρας ανέρχεται σε 14.748 ερευνητές. Στα 22 Πανεπιστήμια, 17 Τ.Ε.Ι. και 22 ερευνητικά Πανεπιστημιακά ινστιτούτα απασχολούνται 10.471 (71% του συνόλου) ερευνητές, στα 13 ερευνητικά κέντρα της ΓΓΕΤ 2.000 ερευνητές (14% του συνόλου), και τέλος στον ιδιωτικό τομέα 2.235 ερευνητές (15% του συνόλου). Υπό την εποπτεία της Γ.Γ.Ε.Τ. είναι υπό ίδρυση άλλα δύο Ερευνητικά κέντρα στη Δυτική Ελλάδα και την Ήπειρο, ενώ σχεδιάζεται η δημιουργία ενός ακόμη στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη.
2.Στόχοι του νέου νομοθετικού πλαισίου για την Έρευνα, Τεχνολογία, και Καινοτομία
Στόχος του νέου νομικού πλαισίου είναι να καταστεί η Ελλάδα ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία της γνώσης σε παγκόσμιο επίπεδο, διαμέσου της δημιουργίας ευκαιριών για έρευνα αιχμής, της υποστήριξης της διεθνούς ερευνητικής συνεργασίας με τη συνομολόγηση διεθνών συμφωνιών. Απώτερος σκοπός είναι να αξιοποιήσει η Ελλάδα στο σύνολό τους τα πλεον



