Σε αυτό το πλαίσιο η UBS δίνει τιμή στόχο για την Alpha Bank τα 3,15 ευρώ, για τη Eurobank τα 3,30 ευρώ, για την Τράπεζα Πειραιώς τα 6,70 ευρώ και για την Εθνική Τράπεζα τα 12,20 ευρώ, βλέποντας έτσι περιθώρια ανόδου από 13% έως 19% από τα τρέχοντα επίπεδα στο ταμπλό του Χ.Α, ενώ διατηρεί τη σύσταση "buy" και για τις τέσσερις.
Η Εθνική Τράπεζα και η Eurobank διαπραγματεύονται πλέον πάνω από τη λογιστική τους αξία (TNAV), για πρώτη φορά από την εποχή της κρίσης. Ωστόσο, οι μετοχές τους παραμένουν ελκυστικές, δεδομένων των ισχυρών προβλέψεων για αποδόσεις επί των ιδίων κεφαλαίων (ROTE) -για την ΕΤΕ 18,6% και 16,9% για τη Eurobank το 2026-, έναντι απόδοσης 3,3% για το 10ετές ελληνικό ομόλογο, γεγονός που συνεπάγεται υψηλό risk premium.
Παρά την εντυπωσιακή άνοδο της μετοχής της Alpha Bank (+74% από τις αρχές του έτους), η UBS βλέπει μεγαλύτερο περιθώριο ανόδου στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία εξακολουθεί να διαπραγματεύεται κάτω από το TNAV.
Η Alpha εμφανίζει υψηλότερη προβλεπόμενη αύξηση κερδών ανά μετοχή (EPS), κυρίως λόγω του προγράμματος επαναγοράς μετοχών, αλλά υπολείπεται σε κερδοφορία. Αντίθετα, η Πειραιώς εμφανίζει ισχυρότερη κερδοφορία, αλλά περιορισμένα κεφαλαιακά αποθέματα και μικρότερη αύξηση EPS.
Σε όρους πολλαπλασιαστή κερδών (P/E), οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν σημαντικό discount σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο: 6,4 φορές για την Πειραιώς και 7,7 φορές για την ΕΤΕ (εκτιμήσεις 2025), έναντι 9,1 φορές για τις ευρωπαϊκές τράπεζες συνολικά.
Η ενίσχυση της εταιρικής πίστης αλλά και η σταθερή πορεία των περιθωρίων επιτοκίου (NIM) ενισχύουν την εμπιστοσύνη των τραπεζών στους στόχους για το NII. Οι αποδόσεις του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου εταιρικών δανείων υποχώρησαν κατά 12 μονάδες βάσης τον Απρίλιο στο 4,64% (από υψηλό 6,47% τον Οκτώβριο 2023). Την ίδια στιγμή, το κόστος των καταθέσεων ακολουθεί πτωτική πορεία (-3 μ.β. μηνιαία, -9 μ.β. από την αρχή του έτους), διαμορφούμενο στο 0,40%. Η σύνθεση των καταθέσεων παραμένει ευνοϊκή, με τις καταθέσεις όψεως να αποτελούν το 75% του συνόλου, με εξαιρετικά χαμηλό κόστος (μόλις 5 μ.β. για τα νοικοκυριά, 12 μ.β. για τις επιχειρήσεις).
Επιπλέον, η στεγαστική πίστη συνεχίζει να συρρικνώνεται σε ετήσια βάση (-4,4%), ωστόσο εμφανίζει σταθεροποίηση σε μηνιαία βάση (ουδέτερη μεταβολή), με τις καθαρές ροές να πλησιάζουν θετικό έδαφος. Η καταναλωτική πίστη, αν και μειωμένη ετησίως (-0,6%), ενισχύθηκε οριακά σε μηνιαίο επίπεδο (+0,6%). Η απομόχλευση των ελληνικών νοικοκυριών υπήρξε βαθιά, με το χαρτοφυλάκιο στεγαστικών δανείων περίπου 70% κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα και την καταναλωτική πίστη περίπου 80% χαμηλότερα.
«Με βάση όλα τα παραπάνω, και παρά την εντυπωσιακή απόδοση των ελληνικών τραπεζικών μετοχών με ράλι 54% από την αρχή του 2025, οι αποτιμήσεις τους παραμένουν ελκυστικές, τόσο σε σύγκριση με τις τράπεζες στην Ευρώπης όσο και στις Αναδυόμενες Αγορές», καταλήγει η UBS.







