Δυστυχώς, η χώρα μας είναι ουραγός στην Ευρώπη και στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ στη χρηματοδότηση της Παιδείας. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ επενδύει στην εκπαίδευση το 3,9% του ΑΕΠ, ποσοστό χαμηλότερο από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ που είναι 4,7%.
Πολύ χαμηλές και οι δαπάνες για τους μαθητές της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δαπανά 6.420 δολ./μαθητή και βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ, με προτελευταία την Ουγγαρία που δαπανά 10.000 δολ. Οι δημόσιες δαπάνες για την Παιδεία ανέρχονται σε 4.497 δολ. /φοιτητή, έναντι μέσου όρου του ΟΟΣΑ 15.102 δολ.
Αντίστοιχα και για τους μισθούς η εικόνα δεν είναι καλύτερη. Ενώ στις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ οι μισθοί των δασκάλων έχουν αυξηθεί από το 2015 μέχρι σήμερά κατά μέσο όρο 14,6%, στην Ελλάδα η αύξηση περιορίζεται μόλις στο 1,4%.
Ο αντίκτυπος της μάθησης
Παρά τις χαμηλές δαπάνες, το ποσοστό των νέων ενηλίκων (25–34 ετών) χωρίς απολυτήριο ανώτερης δευτεροβάθμιας συνεχίζει να μειώνεται και στην Ελλάδα, όπου το ποσοστό έπεσε από 13% σε 7% μεταξύ 2019 και 2024.
Όσοι έχουν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης διατρέχουν γενικά μικρότερο κίνδυνο ανεργίας και κερδίζουν υψηλότερους μισθούς. Η ολοκλήρωση της ανώτερης δευτεροβάθμιας είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη μείωση του κινδύνου ανεργίας. Κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ, 12,9% των οικονομικά ενεργών νέων ενηλίκων (25–34 ετών) χωρίς απολυτήριο ανώτερης δευτεροβάθμιας είναι άνεργοι, σε σύγκριση με 6,9% όσων έχουν απολυτήριο ανώτερης δευτεροβάθμιας ή μεταδευτεροβάθμιας μη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το ποσοστό πέφτει περαιτέρω, με 4,9% ανεργία στους νέους αποφοίτους κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Η εικόνα είναι παρόμοια στην Ελλάδα, αν και σε υψηλότερα επίπεδα: 24,2% ανεργία για όσους δεν έχουν απολυτήριο ανώτερης δευτεροβάθμιας, 16,2% για όσους έχουν απολυτήριο ανώτερης δευτεροβάθμιας ή μεταδευτεροβάθμιας μη τριτοβάθμιας, και 12,3% για αποφοίτους τριτοβάθμιας (Σχήμα 1).
Κατά μέσο όρο, όσοι κατέχουν μεταπτυχιακό ή ισοδύναμο πτυχίο έχουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης και εισοδήματα από τους κατόχους πτυχίου. Ωστόσο, το ποσοστό των νέων ενηλίκων (25–34 ετών) με μεταπτυχιακό διαφέρει πολύ στον ΟΟΣΑ (από 1% έως 39% το 2024). Στην Ελλάδα, 13% των νέων κατέχουν μεταπτυχιακό, κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (16%), αλλά αυξημένο σε σχέση με το 2019 (9%).
Πρόσβαση στην εκπαίδευση, συμμετοχή και πρόοδος
Τα εκπαιδευτικά συστήματα πρέπει να προσαρμόζονται στις μεταβολές του αριθμού των παιδιών. Στην Ελλάδα, ο αριθμός των παιδιών 0–4 ετών μειώθηκε κατά 25% την περίοδο 2013–2023 και προβλέπεται περαιτέρω μείωση 11% ως το 2033.
Το ποσοστό μαθητών στη χαμηλότερη δευτεροβάθμια που είναι τουλάχιστον δύο χρόνια μεγαλύτεροι από την αναμενόμενη ηλικία για την τάξη τους διαφέρει πολύ στον ΟΟΣΑ. Στην Ελλάδα ήταν 4,6% το 2023 (μεσαία τιμή).
Στα περισσότερα κράτη του ΟΟΣΑ, το πτυχίο (Bachelor ή ισοδύναμο) αποτελεί την κύρια είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση· στην Ελλάδα, το ποσοστό είναι 100%.
Οι γυναίκες αποτελούν την πλειονότητα των νέων εισακτέων στην τριτοβάθμια. Στην Ελλάδα ήταν 55% το 2023 (54% το 2013). Στον ΟΟΣΑ ο μέσος όρος είναι 54%.
Στον ΟΟΣΑ, οι πιο δημοφιλείς κλάδοι σπουδών είναι STEM (23%) και διοίκηση–οικονομικά–δίκαιο (23%), ακολουθούμενοι από ανθρωπιστικές–κοινωνικές επιστήμες–δημοσιογραφία (22%). Στην Ελλάδα: STEM 30%, διοίκηση–οικονομικά–δίκαιο 19%, ανθρωπιστικές–κοινωνικές επιστήμες–δημοσιογραφία 24%.
Η κινητικότητα διεθνών φοιτητών συνεχίζει να αυξάνεται στον ΟΟΣΑ (7,4% το 2023 από 6% το 2018). Στην Ελλάδα μειώθηκε από 3,4% σε 3%.
Οικονομικοί πόροι στην εκπαίδευση
Υπάρχουν μεγάλες διαφορές στις δαπάνες ανά μαθητή. Η Ελλάδα δαπανά 6.420 δολάρια ανά μαθητή από την πρωτοβάθμια έως τη μεταδευτεροβάθμια μη τριτοβάθμια, πολύ κάτω από τον μέσο όρο (έως 27.000).
Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, οι δημόσιες δαπάνες στην τριτοβάθμια στην Ελλάδα (4.497 δολάρια ανά φοιτητή) είναι χαμηλότερες από τις αντίστοιχες στην πρωτοβάθμια–δευτεροβάθμια. Ο μέσος όρος ΟΟΣΑ: 15.102.
Η Ελλάδα επενδύει το 3,9% του ΑΕΠ στην εκπαίδευση (μέσος ΟΟΣΑ: 4,7%).
Το κράτος χρηματοδοτεί το 78,3% της εκπαίδευσης πρωτοβάθμιας–δευτεροβάθμιας–μεταδευτεροβάθμιας (κάτω από τον μέσο ΟΟΣΑ 90,1%). Στην προσχολική: 80,2% δημόσια (μέσος ΟΟΣΑ 85,6%). Στην τριτοβάθμια: 78,3% δημόσια (μέσος ΟΟΣΑ 71,9%).
Αν και οι δαπάνες ανά μαθητή αυξήθηκαν ελαφρά στην Ελλάδα (6.256 → 6.370 δολάρια, 2015–2022), το ποσοστό επί του προϋπολογισμού μειώθηκε (6,2% → 5,9%).
Στην προσχολική εκπαίδευση, οι δαπάνες αυξήθηκαν 16,6% (2015–2022), λόγω αύξησης εγγραφών (+11,7%). Ανά παιδί: +4,4% (μέσος ΟΟΣΑ: +24%).
Εκπαιδευτικοί, μαθησιακό περιβάλλον και οργάνωση σχολείων
Στην Ελλάδα η κινητικότητα εκπαιδευτικών είναι χαμηλή: 2,6% συνταξιοδοτήσεις, 0,1% παραιτήσεις ετησίως.
Οι μισθοί είναι χαμηλοί: οι δάσκαλοι δημοτικού κερδίζουν 31% λιγότερα από άλλους εργαζόμενους με τριτοβάθμια εκπαίδευση (μέσος ΟΟΣΑ: 17%). Μεταξύ 2015–2024, οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 1,4% στην Ελλάδα (μέσος ΟΟΣΑ: 14,6%).
Οι ώρες διδασκαλίας υποχρεωτικά: Ελλάδα 718 (δημοτικό), 791 (γυμνάσιο)· μέσος ΟΟΣΑ 804 και 909 αντίστοιχα.
Διακοπές: 16,8 εβδομάδες στην Ελλάδα (μέσος ΟΟΣΑ: 13,5).
Στην πρωτοβάθμια, 41% του χρόνου διδασκαλίας αφιερώνεται σε μαθηματικά και γλώσσα· στη δευτεροβάθμια 37% (ΟΟΣΑ: 41% και 27%).
Μέσο μέγεθος τάξης (δημοτικό 2023): Ελλάδα 16,9 μαθητές (ΟΟΣΑ: 20,6).
Στην τριτοβάθμια, τα ιδρύματα με έντονη έρευνα στην Ελλάδα έχουν περισσότερους φοιτητές ανά διδάσκοντα (40) από τα υπόλοιπα (36) – αντίστροφα από την τάση του ΟΟΣΑ.
Η εισαγωγή στα δημόσια ΑΕΙ στην Ελλάδα είναι επιλεκτική και οι αιτήσεις υποβάλλονται σε κεντρικό φορέα.








