Παράλληλα, με δεδομένο, όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, την εδώ και χρόνια επιβράδυνση των αγορών αμερικανικών ομολόγων από την Κίνα, η Ευρώπη αναδεικνύεται στον πιο μεγάλο “δανειστή” των ΗΠΑ, καθώς κατέχει τη “μερίδα του λέοντος” σε αμερικανικά χρεόγραφα. Η Ευρώπη, δε, μαζί με τη Μεγάλη Βρετανία διαθέτει περίπου 2,5 - 3 δισεκ. χρεογράφων την ώρα που η Κίνα έχει μειώσει την έκθεσή της κάτω από το 1 δισεκ. σε περίπου 700–780 δισ..
Υπενθυμίζεται ότι το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος προσεγγίζει τα 36 τρισ. δολάρια, όμως η πραγματική αγορά είναι τα 28–30 τρισ. δολάρια εμπορεύσιμων τίτλων.
Ο υπουργός περιέγραψε το βασικό πρόβλημα της Ευρώπης ως πρόβλημα κινητοποίησης κεφαλαίου και όχι έλλειψης αποταμιεύσεων. Παρά το υψηλό επίπεδο αποταμίευσης, οι επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη στην ΕΕ παραμένουν περίπου στο 2,2% του ΑΕΠ, έναντι 3,4% στις ΗΠΑ, ενώ οι επενδύσεις venture capital αντιστοιχούν σε περίπου 0,3% του ΑΕΠ έναντι 0,7% στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το χάσμα, όπως ανέφερε, δεν είναι απλώς στατιστικό, αλλά καθορίζει το κατά πόσο οι ευρωπαϊκές εταιρείες μπορούν να κλιμακωθούν και να θέτουν διεθνή πρότυπα αντί να τα ακολουθούν.
“Κάθε χρόνο οι Ευρωπαίοι αποταμιεύουν περίπου 1,4 τρισεκατομμύρια ευρώ — και ένα πολύ μεγάλο μέρος αυτών των κεφαλαίων παραμένει σε καταθέσεις χαμηλής απόδοσης. Την ίδια στιγμή, οι ανταγωνιστές μας επενδύουν περισσότερο σε τεχνολογίες αιχμής και αναπτύσσονται ταχύτερα. Τα στοιχεία είναι σαφή: Οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη στην ΕΕ ανέρχονται περίπου στο 2,2% του ΑΕΠ, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες φτάνουν περίπου στο 3,4%. Οι επενδύσεις venture capital στην Ευρώπη αντιστοιχούν περίπου στο 0,3% του ΑΕΠ, ενώ στις ΗΠΑ περίπου στο 0,7%" τόνισε ο υπουργός Οικονομικών λεγοτνας ότι "αυτά δεν είναι αφηρημένα στατιστικά στοιχεία. Μεταφράζονται στο κατά πόσο οι εταιρείες μπορούν να αναπτυχθούν, στο κατά πόσο οι ιδέες μπορούν να κλιμακωθούν και στο κατά πόσο η Ευρώπη θέτει πρότυπα ή απλώς τα υιοθετεί. Το χάσμα αυτό δεν είναι τυχαίο. Αντανακλά δομικά χαρακτηριστικά του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος: μεγαλύτερη εξάρτηση από τις τράπεζες, κατακερματισμένες κεφαλαιαγορές και μια κουλτούρα κινδύνου που συχνά προτιμά τη διατήρηση κεφαλαίου αντί της ανάπτυξης. Η διάγνωση είναι απλή: η Ευρώπη δεν στερείται ιδεών, ταλέντου ή αποταμιεύσεων. Αυτό που της λείπει είναι η κλίμακα και οι μηχανισμοί που μετατρέπουν τις αποταμιεύσεις σε καινοτομία. Γι’ αυτό η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων είναι τόσο κρίσιμη. Πρόκειται για μια διαρθρωτική μεταρρύθμιση που η Ευρώπη έχει καθυστερήσει για πολύ καιρό” τόνισε ο κ. Πιερρακάκης.
Ένωση αποταμιεύσεων
Κομβικό σημείο της ομιλίας αποτέλεσε η ψηφιακή χρηματοδότηση, την οποία χαρακτήρισε δομικό μετασχηματισμό και όχι περιθωριακή τεχνολογική αναβάθμιση. Όπως σημείωσε, τεχνολογίες όπως τα συστήματα κατανεμημένου καθολικού (DLT) και το tokenisation μπορούν να μειώσουν το κόστος έκδοσης και διακανονισμού, να επιταχύνουν τις διασυνοριακές συναλλαγές και να φέρουν πιο κοντά αποταμιευτές και καινοτόμες επιχειρήσεις. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η καινοτομία χωρίς κοινό εποπτικό πλαίσιο και ισχυρή διακυβέρνηση δεν μπορεί να κλιμακωθεί με ασφάλεια.
“Η χρηματοοικονομική καινοτομία προσφέρει αποτελεσματικότητα, αλλά απαιτεί επίσης συντονισμένη εποπτεία και ισχυρή διακυβέρνηση ώστε η εμπιστοσύνη και η σταθερότητα να τη συνοδεύουν” τόνισε και συμπλήρωσε: Πρέπει λοιπόν να είμαστε σαφείς ως προς τους κινδύνους που διαχειριζόμαστε.
Πρώτον, ο κατακερματισμός. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε η ψηφιακή καινοτομία να διασπάσει τις αγορές μας σε εθνικά «σιλό». Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στα οικοσυστήματα πλατφορμών να εξελιχθούν σε νέες μορφές αγοραίου διαχωρισμού.
Δεύτερον, η μεταβλητότητα και η αστάθεια. Τα κρυπτο-περιουσιακά στοιχεία και τα stablecoins έχουν δείξει πόσο γρήγορα η καινοτομία μπορεί να ξεπεράσει την εποπτεία. Ο κίνδυνος στον κυβερνοχώρο δεν είναι δευτερεύον ζήτημα — είναι συστημικός.
Το δίδαγμα είναι απλό: η καινοτομία χωρίς εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε κλίμακα. Και η εμπιστοσύνη δεν δημιουργείται από την αισιοδοξία. Δημιουργείται από κανόνες, εποπτεία και αξιόπιστη εφαρμογή τους.
Η Ευρώπη έχει ήδη κάνει ένα σημαντικό βήμα με τον κανονισμό MiCAR, αποδεικνύοντας ότι η έξυπνη ρύθμιση μπορεί να δημιουργήσει εμπιστοσύνη — και η εμπιστοσύνη επιτρέπει την ανάπτυξη σε κλίμακα. Ταυτόχρονα, η διατήρηση της εμπιστοσύνης και της σταθερότητας σε ένα ολοένα πιο ψηφιακό χρηματοπιστωτικό οικοσύστημα παραμένει ουσιώδης. Σε αυτό το πλαίσιο, το ψηφιακό ευρώ αποτελεί μια καίρια στρατηγική πρωτοβουλία.”
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τη συζήτηση για το ψηφιακό ευρώ, υπενθυμίζοντας ότι, όπως έχει τονίσει η Christine Lagarde, στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι η ρευστότητα της κεντρικής τράπεζας θα παραμείνει διαθέσιμη και στην ψηφιακή εποχή, ενισχύοντας τη νομισματική κυριαρχία και την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών συστημάτων πληρωμών.
Το τέλος της αθωότητας
Όπως τόνισε, «η εποχή της γεωπολιτικής αθωότητας έχει τελειώσει», υπογραμμίζοντας ότι η ευρωπαϊκή κυριαρχία δεν αποτελεί πλέον αφηρημένη φιλοδοξία, αλλά προϋπόθεση οικονομικής επιβίωσης και θεσμικής ισχύος. Αναφερόμενος στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, σημείωσε ότι η περιοχή βρίσκεται στον πυρήνα των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και των εμπορικών διαδρόμων, με αποτέλεσμα κάθε παρατεταμένη αστάθεια να μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένες τιμές ενέργειας, υψηλότερο κόστος μεταφορών και επιβάρυνση των εφοδιαστικών αλυσίδων. «Σε περιόδους κρίσης ο χρόνος δεν είναι ουδέτερη μεταβλητή», υπογράμμισε, επισημαίνοντας την ανάγκη ταχείας και συντονισμένης ευρωπαϊκής αντίδρασης.
Κλείνοντας, ο κ. Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η Ευρώπη έχει αποδείξει πως μπορεί να διαχειρίζεται κρίσεις — από τη χρηματοπιστωτική αναταραχή έως την πανδημία και την ενεργειακή κρίση. «Όμως η ανθεκτικότητα δεν αποτελεί στρατηγική ανάπτυξης», ανέφερε χαρακτηριστικά. Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η μετάβαση από τη διαχείριση κρίσεων στη συστηματική κινητοποίηση των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς παραγωγικές επενδύσεις. «Επιτυχία», κατέληξε, «είναι μια Ευρώπη όπου οι αποταμιεύσεις δεν παραμένουν αδρανείς όταν η καινοτομία αναζητά κεφάλαια — και όπου οι κεφαλαιαγορές επιτελούν τον σκοπό τους: να κατανέμουν αποτελεσματικά το κεφάλαιο προς παραγωγική ανάπτυξη».






