• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Στουρνάρας: Ανάπτυξη με «σκιές» – Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και το στήριγμα του Ταμείου Ανάκαμψης
09:25 - 07 Απρ 2026

Στουρνάρας: Ανάπτυξη με «σκιές» – Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και το στήριγμα του Ταμείου Ανάκαμψης

Η γεωπολιτική αβεβαιότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για το κόστος χρηματοδότησης, την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και τη δυναμική της πιστωτικής επέκτασης, όπως υπογράμμισε τη Μεγάλη Δευτέρα ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στη Γενική Συνέλευση της ΤτΕ.

Ωστόσο, στην Έκθεση του Διοικητή για το 2025 υπογραμμίζεται πως οι τράπεζες θα συνεχίσουν τη χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, με τη στεγαστική πίστη να έχει περάσει σε θετικό έδαφος, ενώ τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενα προγράμματα θα στηρίξουν τις ανάγκες, ειδικά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Παρά ταύτα, όπως σημειώνει ο Γιάννης Στουρνάρας, η γεωπολιτική αβεβαιότητα ενδέχεται να επηρεάσει τη δυναμική αυτή. Ανοδική προβλέπεται και η πορεία των καταθέσεων, αν και τα χαμηλά επιτόκια στρέφουν αρκετούς παραδοσιακούς καταθέτες σε εναλλακτικές μορφές αποταμίευσης.

Οι τράπεζες

Ειδικότερα, η ΤτΕ αναφέρει ότι οι ισχυρές επιδόσεις των ελληνικών τραπεζών το 2025 δημιουργούν προϋποθέσεις ώστε να συνεχίσουν να βελτιώνουν την κερδοφορία τους και το 2026, παραμένοντας προσηλωμένες στη βελτίωση των καθαρών εσόδων από τόκους, στη συγκράτηση των λειτουργικών εξόδων και στη μεγαλύτερη αύξηση των εσόδων από προμήθειες.

Ωστόσο, οι αβεβαιότητες στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι αυξημένες και, κατά συνέπεια, αποτελούν πηγές ενδεχόμενων κινδύνων για τις τράπεζες της ευρωζώνης και τον ελληνικό τραπεζικό τομέα. Απέναντι στους εξωγενείς αυτούς κινδύνους, είναι σημαντική η διατήρηση υψηλών κεφαλαιακών αποθεμάτων, η χορήγηση νέων δανείων με συντηρητικά κριτήρια και η επίτευξη διατηρήσιμων δεικτών αποδοτικότητας, ώστε οι διαρκείς βελτιώσεις στα οικονομικά τους αποτελέσματα και ενδεχόμενες περαιτέρω αναβαθμίσεις του αξιόχρεου των τραπεζών να λειτουργήσουν ως ανάχωμα στο περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.

Οι θετικές αυτές επιδόσεις αναμένεται, με τη σειρά τους, να αποτελέσουν σταθερό υπόβαθρο ώστε οι τράπεζες να χρηματοδοτήσουν απρόσκοπτα τις επιχειρήσεις και να συμβάλουν στην αύξηση των επενδύσεων και του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, αλλά και να υποστηρίξουν τα σχέδιά τους για επιτάχυνση της απόσβεσης των οριστικών και εκκαθαρισμένων αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (deferred tax credits – DTCs). Στο πλαίσιο αυτό, στήριξη στα αποτελέσματα των τραπεζών αναμένεται να παράσχει, μεταξύ άλλων, η ανθεκτικότητα των καθαρών εσόδων από τόκους, καθώς και η αύξηση των χορηγήσεων.

Κεφαλαιακή επάρκεια

Το 2025 οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, παρά τη σημαντική αύξηση της πιστωτικής επέκτασης. Στην εξέλιξη αυτή επέδρασαν θετικά, εκτός της ενισχυμένης καθαρής κερδοφορίας, οι εκδόσεις AT1 και Tier 2.

Πέρυσι πραγματοποιήθηκαν εκδόσεις χρεογράφων AT1 ύψους 2,2 δισεκ. ευρώ και ομολόγων Tier 2 ονομαστικής αξίας 1,4 δισεκ. ευρώ, ενώ από την αρχή του τρέχοντος έτους τα αντίστοιχα ποσά ανέρχονται σε 500 εκατ. ευρώ και 400 εκατ. ευρώ. Επίσης, οι συστημικές τράπεζες συνέχισαν την έκδοση χρεογράφων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior bonds), σε συνάφεια με τους κανόνες για την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL).

Το 2025 εξέδωσαν ομόλογα συνολικού ποσού 3,8 δισεκ. ευρώ, ενώ από την αρχή του έτους έχουν εκδοθεί ομόλογα 1,4 δισεκ. ευρώ με ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης. Σημειώνεται ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιταχύνει τις εκδόσεις πράσινων ομολόγων τα τελευταία έτη, τα οποία ανέρχονται πλέον στα 5,5 δισεκ. ευρώ σε όρους ονομαστικής αξίας, που αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο του υπολοίπου του συνόλου των ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας.

Το Ταμείο Ανάκαμψης

Αναλυτικά, με βάση την ετήσια έκθεση της ΤτΕ, το 2025 τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία αποτέλεσαν τον μοχλό αύξησης των δανείων προς τις επιχειρήσεις. Έτσι, μέσω του ΤΑΑ εκταμιεύθηκαν επιχειρηματικά δάνεια συνολικού ύψους 3,5 δισεκ. ευρώ (από 2,6 δισεκ. ευρώ το 2024), εκ των οποίων περίπου 2 δισεκ. ευρώ αφορούσαν πόρους του ΤΑΑ.

Σε σωρευτική βάση, έως το τέλος του 2025, οι εκταμιεύσεις δανείων υπερέβησαν το 50% της συνολικής αξίας των υπογεγραμμένων δανειακών συμβάσεων (από περίπου 40% στο τέλος του 2024 και 22% στο τέλος του 2023).

Σημειώνεται ότι από τον Ιούνιο του 2022, όταν υπεγράφη η πρώτη δανειακή σύμβαση, έως τον Φεβρουάριο του 2026, ο αριθμός των υπογεγραμμένων δανειακών συμβάσεων προς επιχειρήσεις ανήλθε σε 601, συνολικής αξίας 16,4 δισεκ. ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι πάνω από το 50% των συμβάσεων αφορούσε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, στις οποίες κατευθύνθηκε σχεδόν το ένα έκτο της συνολικής αξίας των δανείων του RRF.

Το μεσοσταθμικό επιτόκιο των δανείων του RRF διαμορφώθηκε σε 1,72%, επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο μέσο ετήσιο επιτόκιο των κοινών τραπεζικών επιχειρηματικών δανείων, που για την περίοδο 2023-2025 διαμορφώθηκε σε 5,06%.

Όπως αναφέρει η έκθεση της ΤτΕ, η ζήτηση για δάνεια του ΤΑΑ παρέμεινε ισχυρή πέρυσι, ωστόσο η μέση αξία δανείου στις νέες αιτήσεις μειώθηκε αισθητά το 2025 σε σύγκριση με το 2024, εξέλιξη που συνιστά ένδειξη κορεσμού της ζήτησης για επενδυτικά έργα μεγάλης κλίμακας.

Αν και η διαδικασία συμβασιοποίησης των δανείων του ΤΑΑ αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του 2026, η επίδρασή τους στη ρευστότητα των επιχειρήσεων εκτιμάται ότι θα εκτείνεται πέραν του εν λόγω χρονικού ορίζοντα, καθώς η εκταμιευτική δραστηριότητα προβλέπεται να συνεχιστεί έως και το 2029.

Χρηματοδότηση ΜμΕ

Σε σχέση με τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών από την ΕΤΕπ και την ΕΑΤ, αυτή ανήλθε σε 4 δισ. ευρώ (από 3,7 δισ. ευρώ το 2024).

Σημειώνεται ότι μόνο στο πλαίσιο του ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, άνω του 90% των δανείων κατευθύνθηκε προς επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών χαμηλότερο από 10 εκατ. ευρώ και λιγότερους από 50 εργαζομένους.

Όπως αναφέρεται, η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τον καίριο ρόλο των χρηματοδοτικών εργαλείων στη βελτίωση της πρόσβασης των μικρότερων επιχειρήσεων σε τραπεζική χρηματοδότηση, οι οποίες, ως επί το πλείστον, λειτουργούν σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων δανεισμού και αυστηρότερων κριτηρίων πιστοδότησης.

Πέρυσι, ο ετήσιος ρυθμός ανόδου της χρηματοδότησης προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 11,3%, καταγράφοντας ήπια επιβράδυνση σε σχέση με το 13,8% στο τέλος του 2024. Πράγματι, το 2025 η μέση μηνιαία καθαρή ροή τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις υποχώρησε σε 698 εκατ. ευρώ, από 774 εκατ. ευρώ το 2024.

Τη μεγαλύτερη συμμετοχή στην «πίτα» της συνολικής χρηματοδότησης το 2025 (όπως και το 2024) είχαν πέντε κλάδοι: η βιομηχανία, η ενέργεια, το εμπόριο, ο τουρισμός και οι μεταφορές-αποθήκευση.

Ειδικότερα, το υπόλοιπο πιστώσεων προς τον κλάδο της βιομηχανίας ήταν 15,2 δισεκ. ευρώ (18,9% του συνολικού υπολοίπου δανείων προς επιχειρήσεις), της ενέργειας 14,8 δισεκ. ευρώ (18,5%), του εμπορίου 12 δισεκ. ευρώ (15%), του τουρισμού 10,4 δισεκ. ευρώ (13%) και των μεταφορών-αποθήκευσης 7,9 δισεκ. ευρώ (9,8%).

Οι ίδιοι κλάδοι εμφανίζονται υψηλότερα στην κατάταξη και όσον αφορά τα δάνεια προς τις μεγάλες επιχειρήσεις – με τον κλάδο των μεταφορών-αποθήκευσης να προηγείται εκείνου του τουρισμού. Αντίστοιχα, όσον αφορά τις χορηγήσεις προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι σημαντικότεροι κλάδοι ήταν, κατά σειρά: ενέργεια, τουρισμός, εμπόριο, βιομηχανία και μεταφορές-αποθήκευση.