Κατά τη διάρκεια του πρώτου πάνελ, με αντικείμενο την παραγωγικότητα και την καινοτομία, ο κ. Θεοδωρόπουλος υπογράμμισε ότι η παραγωγικότητα δεν ταυτίζεται με την εντατικοποίηση της εργασίας, αλλά αποτελεί έναν «πολλαπλασιαστή» που μετατρέπει την εργασία σε ΑΕΠ. Σημείωσε ότι στην Ελλάδα παραμένει στάσιμη, αποδίδοντας την ευθύνη κυρίως στις επιχειρήσεις και τη δημόσια διοίκηση και όχι στους εργαζομένους. Όπως εξήγησε, η αύξησή της είναι πλέον ο μοναδικός βιώσιμος δρόμος τόσο για την ενίσχυση του ΑΕΠ όσο και για την αύξηση των μισθών, ιδίως σε μια περίοδο όπου η ανάπτυξη μέσω μείωσης της ανεργίας έχει φτάσει στα όριά της.
Παράλληλα, αναγνώρισε τις πιέσεις που δέχονται τα νοικοκυριά λόγω πληθωρισμού, τονίζοντας ωστόσο ότι η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Στάθηκε επίσης στις δυσλειτουργίες της δημόσιας διοίκησης, χαρακτηρίζοντας τη «συναρμοδιότητα» μεταξύ υπουργείων ως μια από τις βασικές αιτίες αναποτελεσματικότητας, και επανέλαβε την ανάγκη για ένα μικρότερο και πιο ευέλικτο κράτος.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, επισημαίνοντας το σημαντικό χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ μεγάλων και μικρότερων σχημάτων. Όπως ανέφερε, οι μεγάλες επιχειρήσεις φτάνουν το 72% του ευρωπαϊκού μέσου όρου παραγωγικότητας, οι μεσαίες το 39% και οι μικρές μόλις το 19%, αποδίδοντας την υστέρηση εν μέρει στην απροθυμία για συγχωνεύσεις. Αναφερόμενος δε στη βιομηχανική πολιτική, σημείωσε ότι, παρότι η μεταποίηση έχει σημαντικό μερίδιο στο ΑΕΠ, δεν υφίσταται ξεχωριστό Υπουργείο Βιομηχανίας, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι το ζητούμενο δεν είναι περισσότερα υπουργεία αλλά καλύτερη κατανομή αρμοδιοτήτων.
Στο δεύτερο πάνελ, η συζήτηση επικεντρώθηκε στις προκλήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος και τις προοπτικές της βιομηχανίας. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ περιέγραψε ένα κλίμα αυξημένης αβεβαιότητας, στο οποίο οι επιχειρήσεις αντιδρούν περισσότερο παρά σχεδιάζουν, ενώ χαρακτήρισε ως βασικό εγχώριο κίνδυνο την πιθανότητα πολιτικής αστάθειας.
Αναφέρθηκε επίσης στις αλλαγές που συντελούνται στην Ευρώπη μετά το 2022, με τη μετατόπιση πόρων προς την αμυντική βιομηχανία, αλλά και στις επιπτώσεις της ενεργειακής πολιτικής, επισημαίνοντας ότι στην Ελλάδα το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας επιβαρύνει δυσανάλογα τη βιομηχανία σε σχέση με τα νοικοκυριά. Τόνισε δε ότι τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια της χώρας δυσχεραίνουν την παροχή ουσιαστικών ενισχύσεων.
Στο μέτωπο των μισθών, αναγνώρισε ότι παραμένουν χαμηλοί και ότι σημαντικό τμήμα της κοινωνίας αντιμετωπίζει δυσκολίες, επισημαίνοντας παράλληλα τη σημασία των συλλογικών συμβάσεων, τις οποίες ο ΣΕΒ προτίθεται να ενισχύσει άμεσα. Προειδοποίησε ωστόσο ότι οι αυξήσεις πρέπει να συνδέονται με την παραγωγικότητα, ώστε να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στις επενδύσεις, προκρίνοντας τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και την ενίσχυση φορολογικών κινήτρων, όπως οι υπεραποσβέσεις, αντί των άμεσων επιδοτήσεων. Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η επενδυτική δραστηριότητα δεν θα ανακοπεί μετά το 2026, καθώς έργα βρίσκονται σε εξέλιξη και νέα κονδύλια αναμένονται την περίοδο 2028-2034.
Τέλος, αναφέρθηκε τόσο στον πρωτογενή τομέα όσο και στις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού, επισημαίνοντας την ανάγκη για καλύτερο σχεδιασμό στην αγροτική παραγωγή και στροφή από τις επιδοτήσεις στην ουσιαστική παραγωγή. Ξεχωριστή αναφορά έκανε στην Τεχνητή Νοημοσύνη, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμο παράγοντα για το μέλλον της παραγωγικότητας, καθώς και στην ανάγκη ενίσχυσης της τεχνικής εκπαίδευσης, κόντρα στα κοινωνικά στερεότυπα που ευνοούν τα θεωρητικά επαγγέλματα.
Κλείνοντας, έστειλε μήνυμα ενίσχυσης της εμπιστοσύνης, τονίζοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντική παραγωγική βάση, την οποία ο ΣΕΒ σκοπεύει να αναδείξει, συμβάλλοντας στην αλλαγή της συνολικής εικόνας της οικονομίας.





