Όπως επισημαίνει σε ενημερωτικό της σημείωμα η εταιρεία συμβούλων anodos consulting, η προκήρυξη τριών νέων καθεστώτων ενίσχυσης επιβεβαιώνει τη στρατηγική κατεύθυνση της χώρας προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, την τεχνολογική αναβάθμιση και τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, διαμορφώνοντας ένα ιδιαίτερα ελκυστικό περιβάλλον για επενδύσεις, τόσο από εγχώριους όσο και από διεθνείς φορείς.
Αναλυτικότερα, ως πρώτο καθεστώς παρουσιάζεται η «Μεταποίηση - Εφοδιαστική Αλυσίδα» (Δ’ κύκλος), με συνολικό προϋπολογισμό 150 εκατ. ευρώ. Η δράση αυτή στοχεύει στην ενίσχυση επενδυτικών σχεδίων που προωθούν τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής διαδικασίας και των logistics, εξαιρώντας τη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων. Αποτελεί κομβικό πυλώνα, καθώς η ανάπτυξη της μεταποίησης και της εφοδιαστικής αλυσίδας συνδέεται άμεσα με την αύξηση της προστιθέμενης αξίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
Οι επιλέξιμες δαπάνες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από κατασκευές και αναβαθμίσεις εγκαταστάσεων έως την προμήθεια σύγχρονου εξοπλισμού και την υιοθέτηση ψηφιακών και οργανωτικών λύσεων. Παράλληλα, δίνεται έμφαση και σε άυλες επενδύσεις, όπως πιστοποιήσεις, συστήματα ποιότητας, μεταφορά τεχνογνωσίας και πληροφοριακά συστήματα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων.
Επιπλέον, προβλέπονται ενισχύσεις για δράσεις περιβαλλοντικής διαχείρισης, ανακύκλωσης και εκπαίδευσης προσωπικού, γεγονός που υπογραμμίζει τον ολιστικό χαρακτήρα της παρέμβασης. Το καθεστώς απευθύνεται σε επιχειρήσεις κάθε μεγέθους, από πολύ μικρές έως μεγάλες, με χαμηλά όρια εισόδου για τις μικρότερες.
Τα ποσοστά ενίσχυσης είναι ιδιαίτερα υψηλά, φθάνοντας έως και το 75% σε ορισμένες περιφέρειες, ενώ παρέχεται δυνατότητα συνδυασμού διαφόρων χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως επιχορηγήσεις, φορολογικές απαλλαγές, επιδοτήσεις leasing και ενισχύσεις απασχόλησης. Η περίοδος υποβολής αιτήσεων, από 17 Απριλίου έως 30 Ιουνίου 2026, ορίζει ένα σαφές χρονικό πλαίσιο ενεργοποίησης των επενδυτών.
Το δεύτερο καθεστώς, «Ειδικών Περιοχών Ενίσχυσης» (Β’ κύκλος), εστιάζει στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, ενισχύοντας επενδύσεις σε περιοχές με έντονες δημογραφικές και οικονομικές προκλήσεις.
Πρόκειται για μια στοχευμένη παρέμβαση με ισχυρό αναπτυξιακό και κοινωνικό αποτύπωμα, που αφορά περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, καθώς και μικρά νησιά και ζώνες απολιγνιτοποίησης όπως η Κοζάνη και η Μεγαλόπολη.
Η δράση αυτή διευρύνει το πεδίο των επιλέξιμων επενδύσεων, περιλαμβάνοντας υπό προϋποθέσεις και τον τουριστικό τομέα σε επιλεγμένες περιοχές.
Οι σχετικές επενδύσεις επικεντρώνονται σε ποιοτικές υποδομές, όπως ξενοδοχεία υψηλών προδιαγραφών, αναβάθμιση υφιστάμενων μονάδων, αξιοποίηση διατηρητέων κτιρίων και ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών φιλοξενίας, όπως το glamping. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται η ποιοτική αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος και επιδιώκεται η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Το ελάχιστο ύψος επένδυσης ανέρχεται στα 2 εκατ. ευρώ, στοιχείο που υποδηλώνει στόχευση σε έργα με ουσιαστικό οικονομικό αποτύπωμα.
Τα ποσοστά ενίσχυσης παραμένουν υψηλά, έως και 75%, και συμβαδίζουν με τον Χάρτη Περιφερειακών Ενισχύσεων, ενώ διατηρείται η δυνατότητα συνδυασμού διαφορετικών κινήτρων. Η δράση λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο για την κατεύθυνση κεφαλαίων σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές, ενισχύοντας την περιφερειακή ανάπτυξη.
Το τρίτο καθεστώς, «Μεγάλων Επενδύσεων» (Β’ κύκλος), αφορά επενδυτικά σχέδια μεγάλης κλίμακας, με κατώτατο ύψος τα 15 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για ένα κρίσιμο εργαλείο προσέλκυσης στρατηγικών επενδύσεων, οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν σημαντικά πολλαπλασιαστικά οφέλη στην οικονομία, τόσο ως προς την απασχόληση όσο και ως προς τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την ενίσχυση της καινοτομίας.
Οι επιλέξιμες δαπάνες ευθυγραμμίζονται με τα υπόλοιπα καθεστώτα και περιλαμβάνουν τόσο υλικές όσο και άυλες επενδύσεις, ενώ προβλέπονται αυξημένα ποσοστά ενίσχυσης για ειδικές κατηγορίες περιοχών, όπως ορεινές, νησιωτικές και παραμεθόριες, καθώς και για επενδύσεις σε διατηρητέα κτίρια. Το ανώτατο όριο ενίσχυσης ανά σχέδιο φτάνει τα 20 εκατ. ευρώ, προσφέροντας σημαντική στήριξη σε μεγάλες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.
Συνολικά, τα τρία καθεστώτα του Αναπτυξιακού Νόμου συγκροτούν ένα συνεκτικό και πολυδιάστατο πλαίσιο ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας. Η συνδυαστική εφαρμογή τους καλύπτει το σύνολο των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως μεγέθους, και αγγίζει κρίσιμους τομείς όπως η μεταποίηση, η εφοδιαστική αλυσίδα, ο τουρισμός σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές και οι μεγάλες επενδύσεις.
Η έμφαση στην καινοτομία, την ψηφιακή μετάβαση και την πράσινη ανάπτυξη ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας, ενώ η στόχευση σε περιοχές με αναπτυξιακές υστερήσεις ενισχύει την περιφερειακή συνοχή. Τα υψηλά ποσοστά ενίσχυσης και η ποικιλία κινήτρων καθιστούν τα καθεστώτα ιδιαίτερα ελκυστικά για επενδυτές που αναζητούν σταθερό και υποστηρικτικό πλαίσιο. Η χρονική συγκυρία της προκήρυξης θεωρείται κρίσιμη, καθώς συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία επιδιώκει να ενισχύσει τη δυναμική της και τη θέση της στο διεθνές επενδυτικό περιβάλλον.
Μέσω του Αναπτυξιακού Νόμου, η Πολιτεία εκπέμπει σαφές μήνυμα στρατηγικής επένδυσης στο μέλλον της χώρας, δημιουργώντας προοπτικές για ανάπτυξη, καινοτομία και βιώσιμη επιχειρηματικότητα. Ωστόσο, καθοριστικής σημασίας για τη μεγιστοποίηση των αποτελεσμάτων παραμένει η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα στην εφαρμογή των δράσεων.
Όπως επισημαίνει η anodos, είναι εύλογη η προσδοκία για ταχεία αξιολόγηση των επενδυτικών σχεδίων, ώστε να αποφευχθούν καθυστερήσεις που έχουν παρατηρηθεί σε προηγούμενες φάσεις. Αντίστοιχα, κρίσιμη είναι και η επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων, ώστε να αποδίδονται έγκαιρα τα αναμενόμενα οφέλη.
Παράλληλα, κομβικό ρόλο διαδραματίζει και το τραπεζικό σύστημα. Η ενεργή στήριξη των επενδυτικών σχεδίων, με τη συμβολή των τραπεζών και την υποστήριξη της Πολιτείας, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επιτυχή υλοποίησή τους. Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους και επαρκή ρευστότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση για την πλήρη αξιοποίηση των διαθέσιμων κινήτρων.
Τελικά, η επιτυχία των νέων καθεστώτων θα εξαρτηθεί όχι μόνο από το ύψος των ενισχύσεων, αλλά και από την ταχύτητα, τη συνέπεια και τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Εφόσον αυτά συνδυαστούν αποτελεσματικά, ο Αναπτυξιακός Νόμος 4887/2022 μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς μοχλούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια.



