Πρόκειται για τον φόρο που επιβάλλεται κατά τις δεύτερες αγοραπωλησίες ακινήτων και ο οποίος αν και έχει τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου του 2006 ουσιαστικά στην πράξη παραμένει ανενεργός.
Και αυτό γιατί ο συγκεκριμένος φόρος υπολογίζεται με έναν συντελεστή που φτάνει το 20% επί της διαφοράς «τιμή πώλησης μείον τιμή κτήσης». Με δεδομένο ότι στα πωλητήρια συμβόλαιααναγράφονται οι αντικειμενικές αξίες, σήμερα, η διαφορά «τιμή πώλησης μείον τιμή κτήσης» βγάζει μηδενικό αποτέλεσμα.
Έτσι στην πράξη ο φόρος δεν μπορεί να λειτουργήσει. Αντίθετα, με το που θα προχωρήσει το σχέδιο της αύξησης των αντικειμενικών τιμών ( σ.σ. τελευταίες πληροφορίες προσδιορίζουν χρονικά την αναπροσαρμογή στην εκπνοή του φετινού έτους ώστε να ισχύσουν από τον Ιανουάριο του 2009) ο φόρος υπερτιμήματος θα τεθεί σε λειτουργία, επιβαρύνοντας όσους θελήσουν να πουλήσουν ακίνητα τα οποία απέκτησαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2006.
Να σημειωθεί ότι ο φόρος αυτόματου υπερτιμήματος υπολογίζεται με βάση του παρακάτω συντελεστές:
* 20% αν η μεταβίβαση γίνει σε χρονικό διάστημα έως και 5 ετών από την κτήση του ακινήτου.
*10% αν η μεταβίβαση γίνει σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 5 έως και 15 ετών από την κτήση του ακινήτου,
* 5% αν η μεταβίβαση γίνει σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 15 έως και 25 ετών από την κτήση του ακινήτου.
Αν η μεταβίβαση γίνει μετά την πάροδο είκοσι πέντε ετών από την κτήση του ακινήτου ή του εμπράγματου επ αυτού δικαιώματος, δεν επιβάλλεται φόρος υπερτιμήματος.
Προκειμένου να διαπιστωθεί ο αριθμός των ετών που διέρρευσε μεταξύ κτήσης και πώλησης, ώστε να εφαρμοστεί ο ανάλογος συντελεστής, λαμβάνεται το χρονικό διάστημα μεταξύ της ακριβούς ημερομηνίας κατάρτισης της δικαιοπραξίας κτήσης του ακινήτου και της ακριβούς ημερομηνίας υπογραφής του συμβολαίου πώλησής του.
Επισημαίνεται ότι ο πρόσθετος φόρος σε ποσοστό 3% επί του οφειλόμενου φόρου μεταβίβασης ακινήτων, ο οποίος εισπράττεται υπέρ δήμων και κοινοτήτων δεν επιβάλλεται στην περίπτωση του φόρου αυτόματου υπερτιμήματος.



