Με αφορμή την τελευταία δημοσκόπηση της Opinion Poll και το ερώτημα γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν καταφέρνει να πείσει ευρύτερα στρώματα ψηφοφόρων, η κ. Διαμαντοπούλου τόνισε ότι το κόμμα έχει ήδη προχωρήσει σε σημαντικές κινήσεις, όπως η παρουσίαση προγράμματος και η πραγματοποίηση περιφερειακών συνδιασκέψεων, διαθέτοντας ένα μίγμα νέων στελεχών και ανθρώπων με πολιτική εμπειρία. Ωστόσο, όπως επισήμανε, το επόμενο διάστημα απαιτούνται «πολύ σοβαρά βήματα αλλαγής».
Σύμφωνα με την ίδια, το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί επικοινωνιακά με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε μέχρι σήμερα, ούτε στον τρόπο με τον οποίο μεταφέρει το πολιτικό του μήνυμα. Μία από τις διεξόδους που προτείνει είναι η καλύτερη οργάνωση της «κυβερνητικής» παρουσίας του κόμματος, μέσα από τη συγκρότηση σκιώδους κυβέρνησης, με πρόσωπα που θα εκπέμπουν εικόνα διακυβέρνησης της επόμενης ημέρας. «Ο χρόνος είναι πλέον λίγος», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενη στο πολιτικό περιβάλλον του 2025, σημείωσε ότι επρόκειτο για μία δύσκολη χρονιά για όλα τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει. Όπως είπε, τόσο η τραγωδία των Τεμπών όσο και το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ λειτούργησαν συσσωρευτικά, με τους πολίτες να αποδίδουν ευθύνες συνολικά στο πολιτικό σύστημα και σε όσους άσκησαν εξουσία. Σε αυτό το πλαίσιο, το ΠΑΣΟΚ όφειλε να διαχωρίσει καθαρά τη θέση του, δεδομένου ότι ουσιαστικά έχει να κυβερνήσει από το 2004 —ή, αν συνυπολογιστεί η περίοδος των μνημονίων, από το 2012.
Η κ. Διαμαντοπούλου τόνισε ότι το κόμμα έπρεπε να αποστασιοποιηθεί σαφώς τόσο από τη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας την τελευταία επταετία όσο και από πτυχές της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, να καταστήσει ξεκάθαρες τις νέες του πολιτικές θέσεις και να απευθυνθεί επικοινωνιακά σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Όπως είπε, το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να περιορίζεται στους ψηφοφόρους του 10%-12%, αλλά οφείλει να απευθυνθεί σε πολίτες που κινήθηκαν προς τον ΣΥΡΙΖΑ, σε όσους στράφηκαν προς τη Νέα Δημοκρατία, αλλά και σε εκείνους που απείχαν από τις εκλογές. Πρόκειται, όπως ανέφερε, για μια σύνθετη πολιτική προσέγγιση, την οποία το κόμμα καλείται τώρα να υλοποιήσει μέσα από το πρόγραμμά του και τις θέσεις του. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή», σημείωσε.
Σε ερώτηση για τη σημερινή συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας, η υπεύθυνη Πολιτικού Σχεδιασμού ανέφερε ότι είναι σαφές πως θα τεθεί επί τάπητος το θέμα της διεύρυνσης του κόμματος, τόσο ως προς τα διαδικαστικά όσο και ως προς το συνολικό σχέδιο υλοποίησής της.
Αναφερόμενη στη συζήτηση περί προοδευτικών συνεργασιών και στη σχετική πρόσκληση του Νίκου Ανδρουλάκη, ξεκαθάρισε ότι αυτή αφορά την προεκλογική περίοδο και όχι το μετά τις εκλογές. «Αν ξεκινήσεις τώρα συζήτηση για μετεκλογικές συνεργασίες, λειτουργείς αντίθετα στο ένστικτο αυτοσυντήρησής σου», τόνισε, επισημαίνοντας ότι ένα κόμμα οφείλει πρώτα να δώσει τη μάχη της αυτόνομης πολιτικής του παρουσίας.
Σε ό,τι αφορά τις φήμες για ενδεχόμενη ένταξη της κυρίας Κασιμάτη στο ΠΑΣΟΚ, η κ. Διαμαντοπούλου δήλωσε ότι δεν γνωρίζει να υπάρχει τέτοια συζήτηση στο κόμμα και ξεκαθάρισε ότι δεν έχει άποψη για συγκεκριμένα πρόσωπα.
Σχολιάζοντας, επίσης, την πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για συνεργασία ευρύτερων προοδευτικών δυνάμεων, υπογράμμισε ότι το ΠΑΣΟΚ δεν απευθύνεται σε «σωτήρες» ούτε ζητά από πρόσωπα να ηγηθούν πίσω από προσωπικές στρατηγικές. Όπως ανέφερε, το κάλεσμα του κόμματος απευθύνεται στους πολίτες, πάνω σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, το οποίο έχει διαμορφωθεί μέσα από συμμετοχική διαδικασία 3.000 ανθρώπων σε όλη τη χώρα. Αντιπαρέβαλε, μάλιστα, τη συλλογική αυτή λογική με πολιτικές πρωτοβουλίες που, όπως είπε, βασίζονται σε πρόσωπα με χαρακτηριστικά «σωτήρα», τα οποία ανακοινώνουν τις προθέσεις τους όταν αποφασίσουν να δημιουργήσουν κόμμα.
Αναφερόμενη στη δημοσκοπική εικόνα του ΠΑΣΟΚ, χρησιμοποίησε ένα προσωπικό παράδειγμα από την περίοδο που είχε ασχοληθεί με προγράμματα κατά του σχολικού εκφοβισμού στο Υπουργείο Παιδείας, επισημαίνοντας ότι όσο εστιάζει κανείς υπερβολικά σε ένα φαινόμενο, αυτό τείνει να διογκώνεται. «Όσο μιλάμε συνεχώς για τις δημοσκοπήσεις, τόσο αυτές είναι αρνητικές για εμάς», ανέφερε, τονίζοντας ότι η προσοχή πρέπει να στραφεί στην ουσία των πολιτικών προτάσεων.
Ενόψει του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ και με αφορμή δηλώσεις του Χάρη Δούκα, ο οποίος επιμένει ότι το ζήτημα των μετεκλογικών συνεργασιών πρέπει να αποφασιστεί από το συνέδριο, η κ. Διαμαντοπούλου υπογράμμισε ότι η σχετική απόφαση υπάρχει ήδη και είναι σαφής. Όπως είπε, ένα κόμμα που βρίσκεται στην αξιωματική αντιπολίτευση δεν μπορεί να δηλώνει ότι θα συνεργαστεί με την κυβέρνηση με την οποία αντιπαρατίθεται καθημερινά, ιδίως όταν έχουν ανακύψει σοβαρά ζητήματα ηθικής, όπως το θέμα των υποκλοπών. Σύμφωνα με την ίδια, το ουσιαστικό διακύβευμα του συνεδρίου είναι η διαμόρφωση ενός κειμένου θετικών προτάσεων για το σχέδιο διακυβέρνησης της χώρας, τις «κόκκινες γραμμές» και τους μεγάλους στόχους της επόμενης ημέρας.
Σε ερώτηση για τις δηλώσεις της κυρίας Καρυστιανού σχετικά με τις αμβλώσεις και τη μετέπειτα διευκρίνισή της ότι παρεξηγήθηκαν, η κ. Διαμαντοπούλου δήλωσε ότι δεν έχει περαιτέρω σχόλιο, επισημαίνοντας ωστόσο πως δεν μπορεί να διανοηθεί ότι στον 21ο αιώνα μια γυναίκα, και μάλιστα γιατρός, μπορεί να επαναφέρει, έστω και έμμεσα, τέτοια ζητήματα.
Αναφορικά με τις εκτιμήσεις περί ακροδεξιάς ατζέντας της κυρίας Καρυστιανού, σημείωσε ότι δεν έχει εικόνα για το τι ατζέντα διαθέτει, υπογραμμίζοντας ότι ούτε η ίδια ούτε, όπως είπε, κανείς άλλος έχει σαφή εικόνα μέχρι στιγμής. Οι πρώτες εκτιμήσεις, πάντως, όπως ανέφερε, δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση.
Τέλος, σχολιάζοντας τα ευρήματα δημοσκοπήσεων που αποδίδουν στο υπό ίδρυση κόμμα της κυρίας Καρυστιανού σχεδόν 30% δυνητικής ψήφου, η Άννα Διαμαντοπούλου επεσήμανε ότι σε περιόδους κρίσης —κρίσης ασφάλειας, προοπτικής και προσδοκιών— οι κοινωνίες στρέφονται περισσότερο στο συναίσθημα παρά στη λογική. Όπως είπε, ιστορικά οι πολίτες αποφασίζουν σε ποσοστό 80% με βάση το συναίσθημα και μόλις 20% με βάση τα επιχειρήματα.
Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με την ίδια, αλλάζει όταν έρχεται η ώρα της τελικής επιλογής για τη διακυβέρνηση της χώρας. Σε εκείνη τη στιγμή, το κριτήριο δεν είναι πλέον η έκφραση θυμού ή επιθυμίας, αλλά το τι πρέπει πραγματικά να γίνει. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι μέχρι τις εκλογές θα υπάρξουν σημαντικές μεταβολές στην κοινή γνώμη.
Κλείνοντας, υπογράμμισε την ευθύνη όλων —πολιτικών, δημοσιογράφων και θεσμών— να υπερασπιστούν μια κοινωνία με αντιφάσεις, όπου η εντιμότητα δεν κρίνεται από δηλώσεις, αλλά από τη δοκιμασία της εξουσίας. Όπως ανέφερε, η εντιμότητα δεν αφορά μόνο οικονομικά ζητήματα, αλλά και υποθέσεις όπως η Novartis, τονίζοντας την ανάγκη να μπαίνουν τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση και να εξηγείται ποιοι πραγματικά δικαιούνται να μιλούν με αξιοπιστία στην πολιτική.



