Όπως εξηγεί στο «R» ο Θωμάς Στάικος, ένας εκ των συνηγόρων των αποδήμων, πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαρροή προσωπικών δεδομένων που έχει καταγραφεί στην Ελλάδα, και μάλιστα από το Δημόσιο.
«Πρωταγωνίστρια» της υπόθεσης η πρώην ευρωβουλευτής της ΝΔ, Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου, στην οποία επιβλήθηκε και η μεγαλύτερη ποινή (20 μήνες με αναστολή), ενώ στο εδώλιο κάθισε επίσης ο πρώην γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών Μιχάλης Σταυριανουδάκης και δύο κομματικά μέλη της ΝΔ, ο Μένιος Κορομηλάς που τότε κατείχε τη θέση του Οργανωτικού Γραμματέα Αυτοδιοίκησης και Διαχείρισης Κρίσεων του κόμματος και ο πρώην γραμματέας Αποδήμων, Νίκος Θεοδωρόπουλος.
«Στο δικαστήριο καταδείχθηκε πως υπήρξε παράνομη επεξεργασία των email των αποδήμων, τα οποία διέρρευσαν μαζικά, καθώς επίσης και πως δεν ευσταθεί το επιχείρημα ότι τα προσωπικά τους δεδομένα χρησιμοποιηθήκαν στο πλαίσιο πολιτικής επικοινωνίας, όπως υποστηρίχθηκε», μας λέει ο κ. Στάικος, εξηγώντας πως η συγκεκριμένη απόφαση αφορά στο ποινικό σκέλος της υπόθεσης, ενώ έχει γίνει προσφυγή και κατά του ελληνικού δημοσίου, με το Διοικητικό Πρωτοδικείο να έχει ήδη βγάλει τις πρώτες του αποφάσεις.
Να σημειωθεί ότι η πολιτική επικοινωνία, την οποία επικαλέστηκαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, θα πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Συντάγματος, καθώς και την εθνική και κοινοτική νομοθεσία περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Μάλιστα, στις Κατευθυντήριες Γραμμές που εξέδωσε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα το 2023, σημειώνεται πως προϋποτίθεται η συγκατάθεση των πολιτών, που «πρέπει να παρέχεται με σαφή θετική ενέργεια η οποία να συνιστά ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει ένδειξη της συμφωνίας του υποκειμένου των δεδομένων υπέρ της επεξεργασίας των δεδομένων που το αφορούν για τον συγκεκριμένο σκοπό».
Διευκρινίζεται, δε, ότι εάν στο πλαίσιο της πολιτικής επικοινωνίας γίνει επεξεργασία δεδομένων που είχαν αρχικά συλλεγεί για άλλο σκοπό θεωρείται νόμιμη μόνον εφόσον τεκμηριωθεί πως ήταν συμβατή με τον αρχικό σκοπό συλλογής τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, τα προσωπικά δεδομένα των αποδήμων – που δεν αφορούν μόνο στα email τους, αλλά σε πλήθος προσωπικών τους στοιχείων – είχαν συλλεγεί κατά τη διαδικασία εγγραφής τους για την επιστολή ψήφο και μπορούσε να τα αξιοποιήσει μόνον το Υπουργείο Εσωτερικών και μόνον για τον παραπάνω σκοπό.
Το γεγονός, δε, πως μέσω της πλατφόρμας για την επιστολική ψήφο, οι απόδημοι είχαν γνωστοποιήσει στο Δημόσιο ευαίσθητα προσωπικά τους δεδομένα, μερικά από τα οποία στη συνέχεια διέρρευσαν, πέραν του ότι καταδεικνύει την αδυναμία του Δημοσίου να τους προστατεύσει, γεννά και μεγάλη ανησυχία σχετικά με το τι έχουν απογίνει τα υπόλοιπα στοιχεία που δηλώθηκαν.
«Ευλόγως αναρωτιούνται πού βρίσκονται τα υπόλοιπα προσωπικά τους στοιχεία και γιατί το ελληνικό Δημόσιο δεν τα προστάτευσε, ως όφειλε», επισημαίνει ο κ. Στάικος, εξηγώντας μας το λόγο, για τον οποίο οι εντολείς του προσέφυγαν και κατά του Δημοσίου.
Παράλληλα, σχολιάζοντας ένα ακόμη «επιχείρημα» που ακούγεται συχνά – και από κυβερνητικά στελέχη μεταξύ άλλων –, προκειμένου να υποβαθμιστεί η σημασία της υπόθεσης, ότι δηλαδή καθημερινά όλοι οι πολίτες δέχονται δεκάδες μηνύματα για διαφημιστικούς σκοπούς, ο κ. Στάικος επαναλαμβάνει πως εν προκειμένω δεν μιλάμε για κάποια εταιρεία που ασκεί εμπορική δραστηριότητα, αλλά για το ίδιο το Δημόσιο που δεν αξιοποίησε σωστά τα προσωπικά δεδομένα χιλιάδων ανθρώπων και τα άφησε να διαρρεύσουν σε κομματικά στελέχη.
Σε αυτή τη βάση, δε, καταρρίπτεται και το επιχείρημα του κυβερνητικού εκπροσώπου, Παύλου Μαρινάκη, ο οποίος μετά την καταδικαστική απόφαση έκανε λόγο για «ένα μεμονωμένο περιστατικό αποστολής email». Ωστόσο, όπως τονίζει ο συνήγορος των αποδήμων, «είναι καθαρός λαϊκισμός μία τέτοια δήλωση και πολύ μακριά από την πραγματικότητα, καθώς δεν μιλάμε για ένα αλλά για 2.500 email που χρησιμοποιήθηκαν χωρίς τη συγκατάθεση των κατόχων τους».
Μάλιστα, ο ίδιος εκτιμά πως η διαρροή των email έβλαψε την επιστολική ψήφο, μία σημαντική και πρωτοπόρο διαδικασία, αφού μετά το περιστατικό δεν ήταν λίγοι εκείνοι που φοβήθηκαν να δηλώσουν τα προσωπικά τους στοιχεία, προκειμένου να ψηφίσουν. Φαίνεται ότι τελικά, η πρώην Υπουργός Εσωτερικών και νυν Υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, είχε δίκιο όταν έλεγε, τον Μάρτιο του 2024, πως υπονομεύεται η επιστολική ψήφος· μόνο που δεν υπονομεύτηκε από την αντιπολίτευση, όπως τότε ισχυριζόταν, αλλά από το ίδιο το Υπουργείο Εσωτερικών.
Ωστόσο, εκείνο που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση στον κ. Στάικο δεν ήταν όσα συνέβησαν στη δικαστική αίθουσα, αλλά όσα προηγήθηκαν έξω από αυτήν στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της εισαγγελικής πρότασης για την ενοχή των τεσσάρων κατηγορουμένων και της χθεσινής καταδικαστικής απόφασης.
«Την Τρίτη (16/6) βγήκε η εισαγγελική πρόταση και τη Δευτέρα (22/6) η απόφαση. Στις ημέρες που μεσολάβησαν, ο Υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, με δηλώσεις τους προέτρεψαν ουσιαστικά στην αθώωση των κατηγορουμένων», σημειώνει στο «R» ο κ. Στάικος, για να τονίσει:
«Όμως, πρέπει να διευκρινίσουμε πως η εισαγγελική πρόταση δεν είναι απόφαση, την οποία – όταν βγει – μπορούμε και πρέπει να σχολιάσουμε. Μέχρι τότε, είναι θεσμικά ανεπίτρεπτο οι Υπουργοί, οι πολιτειακοί παράγοντες, να σχολιάζουν την εισαγγελική πρόταση και να προβάλλουν επιχειρήματα για τη στάση που κατά τη γνώμη τους πρέπει να κρατήσει το δικαστήριο».



