Η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει τις υφιστάμενες εγκληματικές τεχνικές αντί να τις μεταμορφώνει εκ βάθρων, δήλωσε ο Μπιορν Ρ. Βάτνε, παγκόσμιος επικεφαλής ασφάλειας πληροφοριών της Ιντερπόλ, μιλώντας στο CNBC στο περιθώριο της Tech Week Singapore την Πέμπτη (1/10).
Ειδικότερα, οι δράστες που οργανώνουν απάτες μπορούν να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για να στοχεύουν ταυτόχρονα πολλαπλά θύματα, ενώ η βελτιωμένη μετάφραση και οι ψηφιακές ταυτότητες καθιστούν -όπως τονίζεται- ολοένα και δυσκολότερο να διακρίνει κανείς τις δόλιες αλληλεπιδράσεις από τις πραγματικές.
«Πρόκειται για εξέλιξη και όχι για επανάσταση», δήλωσε ο Βάτνε, προσθέτοντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει κυρίως την «ταχύτητα και την κλίμακα» των υφιστάμενων τεχνικών.
Επιχειρήσεις: Που πρέπει να εστιάζουν την προστασία τους
Καθώς οι κυβερνοαπειλές εξελίσσονται, οι εταιρείες θα πρέπει να δίνουν προτεραιότητα σε συγκεκριμένες ενέργειες προστασίας, σύμφωνα με τον Βάτνε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αντί να προσπαθούν να προστατεύσουν τα πάντα, οι επιχειρήσεις θα πρέπει πρώτα να εντοπίζουν τα «κοσμήματά του στέμματος», δηλαδή τα περιουσιακά στοιχεία και τους πόρους που είναι πιο κρίσιμοι για τη συνέχιση της λειτουργίας τους, και να προσδιορίζουν ποιοι θα είχαν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον να τα κλέψουν ή να προκαλέσουν διαταραχές στη λειτουργία τους.
Στη συνέχεια, μπορούν να αξιοποιούν πληροφορίες για τις απειλές, ώστε να κατανοούν τις τακτικές και τις τεχνολογίες που χρησιμοποιούν οι συγκεκριμένοι αντίπαλοι και να προσαρμόζουν ανάλογα τις άμυνές τους.
«Δεν υπάρχει λόγος όλοι να προσπαθούν να προστατεύσουν τα πάντα ταυτόχρονα, όταν δεν αποτελούν στόχο αυτών των απειλών», δήλωσε. Οι απαιτούμενες άμυνες μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με το εάν μια εταιρεία αντιμετωπίζει ευκαιριακούς εγκληματίες ή φορείς προηγμένων επίμονων απειλών, πρόσθεσε.
Ο ίδιος σημείωσε ότι οι εταιρείες συχνά αντιμετωπίζουν επίσης προβλήματα εξαιτίας της απόστασης που υπάρχει μεταξύ της ανώτατης διοίκησης και της στρατηγικής τους για την κυβερνοασφάλεια.
«Υπάρχουν ακόμη πολλοί κλάδοι όπου δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι σήμερα όλοι είναι εταιρείες τεχνολογίας», συμπλήρωσε ο Βάτνε.
Παρότι ο κυβερνοκίνδυνος ανεβαίνει ολοένα υψηλότερα στις κατατάξεις των εταιρικών κινδύνων, η κυβερνοασφάλεια δεν έχει ακόμη ενταχθεί πλήρως στην ατζέντα των διοικητικών συμβουλίων πολλών εταιρειών, επεσήμανε.
Η αυτόνομη τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί νέους κινδύνους
Επιπλέον, ο Βάτνε δήλωσε ότι ανησυχεί ιδιαίτερα για την αυτόνομη τεχνητή νοημοσύνη, καθώς η τεχνολογία αποκτά τη δυνατότητα να πραγματοποιεί ενέργειες για λογαριασμό των χρηστών, προειδοποιώντας ότι τα λάθη θα μπορούσαν να ξεπεράσουν το επίπεδο της παροχής λανθασμένων πληροφοριών και να οδηγήσουν σε συνέπειες στον πραγματικό κόσμο.
«Ένα πράγμα είναι η τεχνητή νοημοσύνη να σας παρέχει λανθασμένες πληροφορίες», δήλωσε ο Βάτνε. «Όταν όμως μια τεχνητή νοημοσύνη εκτελεί πραγματικά μια ενέργεια και αρχίζει να κάνει λάθος ενέργειες, ιδιαίτερα στο φυσικό κόσμο, αυτό μπορεί να έχει συνέπειες που αφορούν τη σωματική ακεραιότητα των ανθρώπων».
Ως πεδίο ανησυχίας ανέφερε την αυξανόμενη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης σε συσκευές όπως τα αυτοκίνητα και τα αυτοοδηγούμενα οχήματα.
Ο Βάτνε σημείωσε ότι οι κίνδυνοι αυτοί εντείνονται από το σχετικά υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης που δείχνουν οι άνθρωποι στην τεχνολογία, σε σύγκριση με άλλους τομείς, όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Οι άνθρωποι τείνουν να αντιμετωπίζουν τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες με μεγαλύτερη έμφαση στον έλεγχο, βασιζόμενοι σε δικλίδες ασφαλείας, όπως οι κωδικοί PIN, και παραμένοντας σε εγρήγορση απέναντι σε κινδύνους όπως η υποκλοπή στοιχείων καρτών, δήλωσε ο Βάτνε. Όταν πρόκειται όμως για την τεχνολογία, συχνά υιοθετούν πιο γρήγορα νέες συσκευές και εφαρμογές, χωρίς να επιδεικνύουν το ίδιο επίπεδο προσοχής.
«Όταν πρόκειται για την τεχνολογία, το επίπεδο εμπιστοσύνης είναι στα ύψη», δήλωσε ο Βάτνε, επισημαίνοντας πόσο εύκολα οι άνθρωποι κάνουν κλικ σε μηνύματα και προτροπές και παραχωρούν πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες.
Εν κατακλείδι, καθώς τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη ικανότητα να ενεργούν για λογαριασμό των χρηστών, ο ίδιος υποστήριξε ότι αυτό το επίπεδο εμπιστοσύνης χρήζει μεγαλύτερου ελέγχου.



