Πιο αναλυτικά, οι Βραζιλιάνοι θα προσέλθουν στις κάλπες για να αποφασίσουν εάν ο εν ενεργεία πρόεδρος Λούλα θα παραμείνει στην εξουσία ή θα αντικατασταθεί από έναν από τους 12 υποψήφιους που διεκδικούν την προεδρία.
Εάν κανένας υποψήφιος δεν συγκεντρώσει πάνω από το 50% των ψήφων στον πρώτο γύρο της Κυριακής, οι δύο υποψήφιοι με τη μεγαλύτερη υποστήριξη θα περάσουν στον δεύτερο και τελικό γύρο, ο οποίος θα διεξαχθεί στις 25 Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις η αναμέτρηση αναμένεται να είναι αμφίρροπη, με τους επικρατέστερους υποψηφίους, τον Λούλα και τον Φλάβιο Μπολσονάρο, να καταγράφουν ουσιαστικά ισοδύναμη υποστήριξη μεταξύ των ψηφοφόρων.
Μια νίκη του αριστερόστροφου Λούλα θα σηματοδοτούσε την τέταρτη προεδρική του θητεία, ενώ μια επικράτηση του Μπολσονάρο αναμένεται να σηματοδοτήσει επιστροφή στο ακροδεξιό πολιτικό κίνημα του πατέρα του.
Λούλα εναντίον Μπολσονάρο
Το κεντροαριστερό Κόμμα των Εργατών του Λούλα έχει πρωτοστατήσει σε κοινωνικά προγράμματα που αποσκοπούν στην έξοδο εκατομμυρίων ανθρώπων από τη φτώχεια, όμως έχει στιγματιστεί από σκάνδαλα διαφθοράς. Υπενθυμίζεται ότι ο ίδιος ο Λούλα πέρασε 18 μήνες στη φυλακή, αφού έλαβε ένα παραθαλάσσιο ακίνητο από κατασκευαστική εταιρεία που εμπλεκόταν στην αποκαλούμενη έρευνα διαφθοράς «Πλυντήριο Αυτοκινήτων». Η πρώην πρόεδρος Ντίλμα Ρούσεφ, η οποία διαδέχθηκε τον Λούλα το 2010, καθαιρέθηκε το 2016, έχοντας κατηγορηθεί για χειραγώγηση του προϋπολογισμού.
Από την άλλη μεριά, ο Φλάβιο Μπολσονάρο είναι γερουσιαστής και γιος του πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρο, ο οποίος βρίσκεται σήμερα σε κατ’ οίκον περιορισμό. Όσον αφορά το Ζαΐρ Μπολσονάρο, υπενθυμίζεται ότι και ο ίδιος καταδικάστηκε σε 27 χρόνια φυλάκιση για συνωμοσία με στόχο την πραγματοποίηση πραξικοπήματος, αφού έχασε τις προεδρικές εκλογές του 2022 από τον Λούλα.
Ο Μπολσονάρο θεωρείται ευρέως πολιτικός διάδοχος του πατέρα του, με το μείγμα πολιτικών του να ευνοεί τις ιδιωτικοποιήσεις, τις περικοπές δαπανών και τη στενή ευθυγράμμιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες — πολιτικές που έχουν καταγράψει πρόσφατες επιτυχίες σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, καθώς η Βολιβία, η Χιλή, η Κολομβία και το Περού ανέδειξαν συντηρητικούς ηγέτες τους τελευταίους 12 μήνες.
Ο Λούλα, από την άλλη πλευρά, έχει θέσει την κυριαρχία της Βραζιλίας στο επίκεντρο της προεκλογικής του εκστρατείας. Έχει επίσης δεσμευτεί να μειώσει την παραδοσιακή εξαήμερη εβδομάδα εργασίας στη Βραζιλία, να μειώσει τον φόρο εισοδήματος για τα χαμηλότερα εισοδήματα και να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις στην αστυνόμευση.
Ο πρόεδρος έχει διατηρήσει μια δύσκολη σχέση με την κυβέρνηση Τραμπ, η οποία αντιμετώπιζε τον Ζαΐρ Μπολσονάρο — γνωστό ανεπίσημα ως «Τραμπ των Τροπικών» — ως στενό σύμμαχο. Από τη μεριά του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε δασμούς 50% στα προϊόντα της Βραζιλίας τον Ιούλιο του 2025, κάνοντας χαρακτηριστικά λόγο για «κυνήγι μαγισσών» σε βάρος του Ζαΐρ Μπολσονάρο.
Οι σχέσεις της Βραζιλίας με την Κίνα
Ο Οταβιάνο Κανούτο, μη μόνιμος ανώτερος συνεργάτης στο Ινστιτούτο Μπρούκινγκς και πρώην εκτελεστικός διευθυντής στο διοικητικό συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τη Βραζιλία, δήλωσε στο CNBC ότι η επικείμενη ψηφοφορία αποτελεί «εκλογές-καμπή» για την ευρύτερη περιοχή σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το αποκαλούμενο «Δόγμα Ντονρόε», το οποίο έχει οδηγήσει την κυβέρνηση Τραμπ να επιδείξει αυξημένο ενδιαφέρον για τη Λατινική Αμερική.
«Η Βραζιλία είναι η μεγαλύτερη οικονομία της περιοχής και, εάν πάρουμε την περιοχή στο σύνολό της, 20 δημοκρατίες [στη Λατινική Αμερική] κυβερνώνται πλέον από δεξιούς ηγέτες», δήλωσε. «Και, φυσικά, εάν υπάρξει νίκη του Φλάβιο Μπολσονάρο, αυτό θα εμβαθύνει τη στρατηγική ευθυγράμμιση της περιοχής με το σχέδιο του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την Αμερική. Αντίθετα, εάν ο Λούλα εξασφαλίσει μια τέταρτη θητεία, αυτό θα ματαιώσει την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να κυριαρχήσει στην περιοχή και να περιορίσει την κινεζική επιρροή».
Ο Πάουλο Νογκέιρα Μπατίστα Τζούνιορ, Βραζιλιάνος οικονομολόγος και πρώην αντιπρόεδρος της Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας των BRICS, δήλωσε στο CNBC ότι το αποτέλεσμα των εκλογών θα έχει «σημαντική επίδραση σε όλες τις πτυχές της ζωής στη Βραζιλία», επειδή οι δύο επικρατέστεροι υποψήφιοι είναι «ριζικά διαφορετικοί».
«Ο Φλάβιο Μπολσονάρο έχει δηλώσει ότι ευθυγραμμίζεται στενά με τον Ντόναλντ Τραμπ και αυτό ενδέχεται να επηρεάσει τις σχέσεις Βραζιλίας-Κίνας — [και] η Κίνα είναι ο σημαντικότερος εμπορικός μας εταίρος», εξήγησε. «Η γεωπολιτική θέση της Βραζιλίας θα αλλάξει πάρα πολύ εάν κερδίσει ο Μπολσονάρο και θα συνεχίσει λίγο-πολύ όπως τα τελευταία χρόνια εάν ο Λούλα κερδίσει την επανεκλογή του».
Σύμφωνα με τον Κανούτο, μέρος της ελκυστικότητας της Βραζιλίας για την αμερικανική κυβέρνηση είναι ο πλούτος της χώρας σε κρίσιμα ορυκτά.
«Ο Τραμπ έχει κινηθεί πολύ ενεργά στην προσπάθεια να διασφαλίσει την πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά και η Βραζιλία διαθέτει τα δεύτερα μεγαλύτερα αποθέματα σπάνιων γαιών στον πλανήτη, [μετά την] Κίνα», επεσήμανε.
«Έτσι, ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας επεκτείνεται και στην πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά και σπάνιες γαίες και, όπως όλοι γνωρίζουμε, όλα τα μηνύματα που έρχονται από την Ουάσινγκτον δείχνουν προς την κατεύθυνση της απαίτησης από τις χώρες της περιοχής να επιβάλουν περιορισμούς στην πρόσβαση της Κίνας και ούτω καθεξής».
Οι οικονομικές πιέσεις
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα στο επίκεντρο των εκλογών είναι το αυξανόμενο χρέος της Βραζιλίας.
Η ψηφοφορία παρακολουθείται στενά από επενδυτές σε ολόκληρο τον κόσμο, με τα ερωτήματα να επικεντρώνονται στο εάν η επόμενη κυβέρνηση θα μπορέσει να διασφαλίσει δημοσιονομική αξιοπιστία.
Το χρέος της Βραζιλίας αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια και τον Αύγουστο ανήλθε στο 82,9% του ΑΕΠ. Την ίδια ώρα, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Βραζιλίας ανέρχεται στο 9,48% του ΑΕΠ, εντείνοντας τις ανησυχίες για το εάν η επόμενη κυβέρνηση θα μπορέσει να επιβάλει δημοσιονομική πειθαρχία και να θέσει τα δημόσια οικονομικά υπό μεγαλύτερο έλεγχο.
Ωστόσο, ενώ η ευρύτερη οικονομία δέχεται πιέσεις, με τον πληθωρισμό να παραμένει πάνω από το 4% και την κυβέρνηση να μειώνει τις προβλέψεις της για την οικονομική ανάπτυξη, η Βραζιλία έχει επίσης επωφεληθεί οικονομικά από τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου, καθώς είναι καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου.
«Ο πόλεμος στο Ιράν, από οικονομικής άποψης, ωφέλησε τη Βραζιλία μέσω της βελτίωσης των όρων εμπορίου, λόγω της αύξησης της τιμής του πετρελαίου», δήλωσε ο Κανούτο στο CNBC. «Φυσικά, τίποτα δεν είναι δωρεάν και τα σοκ στις τιμές δημιούργησαν τελικά προκλήσεις για τη Βραζιλία όσον αφορά τον έλεγχο του πληθωρισμού».
Όποιος και αν κερδίσει, πρόσθεσε, θα υποχρεωθεί να παρουσιάσει ένα σχέδιο για τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών.
«Βραχυπρόθεσμα δεν υπάρχει [άμεσος κίνδυνος] κρίσης, όμως τα επίπεδα του ονομαστικού χρέους αντανακλούν τα υψηλά επιτόκια, τα οποία με τη σειρά τους αντανακλούν τη δημοσιονομική ευθραυστότητα. Με την πάροδο του χρόνου, τείνουν να εισέρχονται σε μια μη βιώσιμη τροχιά και οι αγορές το αντιλαμβάνονται αυτό και θα απαιτήσουν υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου και υψηλότερα επιτόκια, γεγονός που θα επιδείνωνε την κατάσταση».



