Όπως αναφέρει η έρευνα, η επιβάρυνση του εγκεφάλου σχετίζεται όχι μόνο με τη λοίμωξη από τον ιό SARS-CoV-2, αλλά και με την ευρύτερη εμπειρία της πανδημίας, το παρατεταμένο λόκνταουν, την κοινωνική απομόνωση, την οικονομική πίεση και το γενικευμένο άγχος για την υγεία.
Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Νότινγχαμ στο Ηνωμένο Βασίλειο ανέλυσαν εγκεφαλικές σαρώσεις 996 υγιών ενηλίκων από τη μεγάλη βάση δεδομένων UK Biobank. Συγκεκριμένα, σύγκριναν άτομα που είχαν εξεταστεί πριν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας με μια ομάδα ελέγχου, στην οποία οι σαρώσεις είχαν πραγματοποιηθεί πριν την έναρξη της υγειονομικής κρίσης. Με τη βοήθεια αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης, οι ερευνητές υπολόγισαν την «ηλικία του εγκεφάλου» κάθε ατόμου, μετρώντας τη διαφορά ανάμεσα στην εκτιμώμενη ηλικία του εγκεφάλου και τη χρονολογική ηλικία.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Όσοι βίωσαν την περίοδο της πανδημίας, ανεξαρτήτως αν είχαν νοσήσει, εμφάνισαν εγκεφαλική γήρανση μεγαλύτερη κατά 5,5 μήνες συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου. Σε φυσιολογικές συνθήκες, η γήρανση του εγκεφάλου υπολογίζεται σε περίπου 3 ημέρες ανά έτος ζωής. Ωστόσο, για τα άτομα της πανδημικής περιόδου, ο ρυθμός γήρανσης αυξήθηκε σε 7 έως 8 ημέρες ετησίως, ποσοστό υπερδιπλάσιο του φυσιολογικού.
Η επιτάχυνση αυτή σχετίζεται άμεσα με τη χρόνια ψυχολογική καταπόνηση, η οποία είναι γνωστό πως πυροδοτεί φλεγμονώδεις αντιδράσεις και άλλες βιολογικές μεταβολές, επιταχύνοντας την κυτταρική γήρανση και επηρεάζοντας τον εγκεφαλικό ιστό. Οι στρεσογόνοι παράγοντες κατά την πανδημία ήταν πολλαπλοί: κοινωνική αποσύνδεση, φόβος για την υγεία, απώλεια εισοδήματος και ανατροπή της καθημερινότητας. Όλα αυτά συνδυαστικά φαίνεται πως δημιούργησαν ένα περιβάλλον έντονου ψυχοσωματικού βάρους με νευρολογικό αντίκτυπο.
Παράλληλα, η μελέτη κατέδειξε ότι η επίδραση της πανδημίας δεν ήταν ομοιόμορφη σε όλους. Οι άνδρες παρουσίασαν μεγαλύτερη επιτάχυνση της γήρανσης του εγκεφάλου σε σχέση με τις γυναίκες, κυρίως στον φαιό φλοιό, περιοχή κρίσιμη για τη γνωστική επεξεργασία. Επιπλέον, άτομα που ζούσαν σε περιοχές με υψηλά επίπεδα κοινωνικοοικονομικής στέρησης είχαν ακόμη πιο έντονες μεταβολές. Οι συμμετέχοντες με χαμηλούς δείκτες απασχόλησης είχαν μέση αύξηση 5,8 μηνών στην ηλικία του εγκεφάλου, γεγονός που αποκαλύπτει την επιβάρυνση των πιο ευάλωτων πληθυσμών σε περιόδους κρίσης.
Γνωστική επιδείνωση όσοι νόσησαν
Επιπλέον, η μελέτη διαπίστωσε ότι όσοι είχαν νοσήσει από τον ιό παρουσίασαν σαφή γνωστική επιδείνωση, ιδίως σε τεστ που μετρούν τη νοητική ευελιξία και την ταχύτητα επεξεργασίας. Τα τεστ «trail-making», κατά τα οποία οι συμμετέχοντες πρέπει να συνδέσουν αριθμούς ή γράμματα σε λογική ακολουθία, αποκάλυψαν προβλήματα στη λειτουργία των νευρωνικών κυκλωμάτων που σχετίζονται με την εκτελεστική λειτουργία. Οι γνωστικές αυτές επιπτώσεις εμφανίστηκαν ακόμη και σε άτομα με ήπια συμπτώματα της COVID-19, δείχνοντας ότι οι επιπτώσεις της νόσου στον εγκέφαλο δεν περιορίζονται σε σοβαρά περιστατικά.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι τα αποτελέσματα της μελέτης είναι σημαντικά, αλλά δεν υποδεικνύουν απαραίτητα μόνιμες εγκεφαλικές βλάβες. Το εάν η επιτάχυνση της εγκεφαλικής γήρανσης είναι αναστρέψιμη παραμένει ανοιχτό ερώτημα, καθώς οι σαρώσεις έγιναν σε δύο χρονικά σημεία. Για την εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων, θα απαιτηθούν μελέτες που θα παρακολουθούν τους συμμετέχοντες μακροπρόθεσμα, ώστε να εντοπιστεί αν ο εγκέφαλος μπορεί να ανακάμψει όταν οι εξωτερικές συνθήκες επανέλθουν σε πιο φυσιολογικά επίπεδα.
Η μελέτη αυτή προσθέτει ακόμη ένα κομμάτι στο παζλ των μακροπρόθεσμων συνεπειών της πανδημίας COVID-19, αναδεικνύοντας την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις ψυχικής και νευρολογικής υγείας στο ευρύ κοινό.







