Η επιλεκτική επίκληση στο Διεθνές Δίκαιο
Κι αυτό επειδή η διεθνής συγκυρία δεν είναι η ίδια με τον Ψυχρό Πόλεμο ή την εποχή της
αμερικανικής ηγεμονίας. Συνεπώς μέθοδοι, εργαλεία και σχέδια που πέτυχαν στο παρελθόν δεν σημαίνει ότι θα αποδειχθούν ξανά λειτουργικά.
Η άνοδος του τραμπισμού στις ΗΠΑ το 2016 και η απόφαση του Βλαντιμίρ Πούτιν να εισβάλει στην Ουκρανία το 2022, ερχόμενος σε ρήξη με κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου, το οποίο για τη χώρα μας αποτελεί θέση αρχής, αποτέλεσε μια τομή με συνέπειες σε τα πεδία της διεθνούς σκηνής. Κι ενώ μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 η Ελλάδα είχε τηρήσει μια σχετικά επιφυλακτική στάση για τις κυρώσεις κατά της Μόσχας, το 2022 δεν μπορούσε πλέον να μην ευθυγραμμιστεί με τις θέσεις του ευρωπαϊκού και διατλαντικού μπλοκ, στηρίζοντας την ουκρανική άμυνα.
Έκτοτε μιλάμε για έναν κόσμο στον οποίο κυριαρχεί η πόλωση, με αποτέλεσμα τα περιθώρια διπλωματικής «ευελιξίας» να στενεύουν. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι η Σουηδία και η Φινλανδία, δύο κατεξοχήν παραδείγματα στην άσκηση πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής εγκατέλειψαν μια πολιτική στρατιωτικής ουδετερότητας δεκαετιών για να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, με την υποστήριξη μάλιστα κοινής τους γνώμης, όπως δείχνουν σχετικές έρευνες.
Στη συνέχεια η κατάσταση άλλαξε. Το ουκρανικό φάνηκε να μονιμοποιείται ως πρόβλημα, με τεράστιο κόστος για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, με αποτέλεσμα να εξασθενήσει η αρχική δυναμική στήριξη της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης στην ουκρανική άμυνα. Το φθινόπωρο του 2023 προστέθηκε η κρίση στη Μέση Ανατολή, η οποία ανέδειξε την αδυναμία των ΗΠΑ να αποκλιμακώσουν την ένταση αφενός και την διχογνωμία εντός του ευρωπαϊκού μπλοκ ως προς την στάση που πρέπει τηρηθεί αφετέρου.
Στην εσωτερική σκηνή, η κυβέρνηση στήριξε σε πρώτη φάση το Ισράηλ, αναγνωρίζοντάς του το δικαίωμα στην αυτοάμυνα και προβάλλοντας τη στρατηγική συμμαχία Αθήνας-Τελ Αβίβ. Αυτή η συμμαχία άρχισε να αμφισβητείται από την προοδευτική αντιπολίτευση όσο φανερώνονταν τα εγκλήματα πολέμου στη Γάζα. Έπειτα επέστρεψε ο Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, με την Ελλάδα να φαίνεται για ένα διάστημα να πέφτει σε διπλωματικό… κενό (θυμίζουμε την υπόθεση της Λιβύης πέρυσι το καλοκαίρι), με τις φωνές που έκαναν λόγο για ανάγκη επιστροφής στην πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική να πολλαπλασιάζονται.
Ο ρόλος των ελληνοτουρκικών
Μπορεί όμως να γίνει λόγος περί επιστροφής στην πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική; Η χώρα μιλούσε στο παρελθόν μεν με όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές, χωρίς ωστόσο να αναπτυχθούν ποτέ κάποιες βαθύτερες συμμαχίες, ενώ ανά περιόδους χάθηκαν κάποιες ευκαιρίες ανάδειξη της χώρας ως ισχυρού περιφερειακού παίχτη, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια.
Ο λόγος δεν είναι άλλος ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας χαράσσεται ως επί το πλείστων με κριτήριο την ανάγκη ετεροπροσδιορισμού από την Τουρκία. Το αποτέλεσμα ήταν και εξακολουθεί να είναι ο περιορισμός του εύρους των πρωτοβουλιών της ελληνικής διπλωματίας, με τις περισσότερες φορές να επικρατεί μια στάση παθητικότητας/στασιμότητας κι όχι ενεργητικότητας. Αυτή η εικόνα, ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας «υπερσυγκεντρώνεται» στην Τουρκία, επιβεβαιώνεται στις κρίσεις του σήμερα. Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία υπήρξε πληθώρα αναλύσεων κατά πόσο θα μπορούσε να συμβεί κάτι ανάλογο στην Ελλάδα από την Τουρκία, με τις μνήμες του «θερμού» καλοκαιριού του 2020, να είναι ακόμη νωπές. Ως εκ τούτου, η στήριξη της Ουκρανίας παρουσιάστηκε ως αντίσταση στον αναθεωρητισμό, με τους παραλληλισμούς Πούτιν Ερντογάν να δίνουν και να παίρνουν.
Όσον αφορά το Ισραήλ, η στρατηγική συμμαχία αυτή αναπτύχθηκε από το 2009 κι έπειτα και στηρίχθηκε από όλες τις κυβερνήσεις, με το σκεπτικό ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις τουρκικές επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Από ένα σημείο και έπειτα όμως, στον απόηχο της 7ης Οκτωβρίου, το επιχείρημα του Ισραήλ περί αυτοάμυνας στη Γάζα άρχισε να φθείρεται, με την κυβέρνηση να μην είναι σε θέση να απαντήσει πώς στήριξε επικαλούμενο το Διεθνές Δίκαιο στην Ουκρανία και πώς το υποβάθμισε στη Μέση Ανατολή.
Ως εκ τούτου, μόνο αν η χώρα μπορέσει να διασφαλίσει σε μακροπρόθεσμη βάση καλές και ομαλές συνθήκες γειτονίας – υπόθεση εκ των πραγμάτων δύσκολη έως απίθανη όσο κινεί τα νήματα ο Ερντογάν – θα μπορέσει να ασκήσει μια πιο εξωστρεφή διπλωματία. Και φυσικά υπάρχουν κι άλλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση ενός σχεδίου προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως η οικονομική σταθερότητα και η πολιτική συναίνεση.
Σε κάθε περίπτωση, στον πολυπολικό κόσμο που διαμορφώνεται, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε σε ποιες συμμαχίες θα επενδύσει η χώρα.








