Οι έρευνες διαψεύδουν τους ισχυρισμούς περί αυξημένης εγκληματικότητας
Η πιο… ηχηρή πρόταση της δήλωσης των δύο ηγετών είναι ίσως η ακόλουθη: «Κανείς δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η παράτυπη μετανάστευση έχει αρνητικές συνέπειες για τις κοινωνίες μας: αυξημένη εγκληματικότητα, ενισχυμένη πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες και απώλεια της εμπιστοσύνης στο κράτος».
Η Μελόνι και η Φρέντρικσεν υπονοούν ουσιαστικά ότι η εγκληματικότητα είναι «εισερχόμενη» και ότι σχετίζεται με την εθνική καταγωγή. Εντούτοις, ευρήματα ερευνών έχουν διαψεύσει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.
Το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών, για παράδειγμα, αναφέρει στα βασικά συμπεράσματα έρευνάς του για τη μετανάστευση ότι «οι περισσότερες εμπειρικές μελέτες δεν τεκμηριώνουν συσχέτιση ανάμεσα στη μετανάστευση και την αύξηση της εγκληματικότητας. Αντίθετα, κοινότητες με μεγαλύτερη παρουσία μεταναστών εμφανίζουν συχνά χαμηλότερα ποσοστά βίαιων εγκλημάτων, ενώ στις ΗΠΑ οι παράτυποι μετανάστες έχουν μικρότερη πιθανότητα φυλάκισης σε σχέση με τους γηγενείς με παρόμοια κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά».
Το γερμανικό ινστιτούτο ifo κατέληξε, σε αντίστοιχη μελέτη, σε όμοια συμπεράσματα: «Δεν διαπιστώνουμε καμία συσχέτιση μεταξύ ενός αυξανόμενου ποσοστού αλλοδαπών σε μια περιοχή και του τοπικού ποσοστού εγκληματικότητας. Το ίδιο ισχύει ιδίως για τους πρόσφυγες. Τα αποτελέσματα συμφωνούν με τις διεθνείς έρευνες, σύμφωνα με τις οποίες η μετανάστευση και οι προσφυγικές εισροές δεν έχουν συστηματική επίδραση στην εγκληματικότητα στη χώρα υποδοχής».
Το ifo υπογραμμίζει ακόμη ότι οι μετανάστες υπερεκπροσωπούνται στις στατιστικές εγκληματικότητας σε σχέση με το ποσοστό τους στον πληθυσμό. Προτείνει, ακόμη, τη γρήγορη ένταξή τους στην αγορά εργασίας ως έναν αποτελεσματικό τρόπο ένταξης των μεταναστών-προσφύγων, ώστε να περιοριστεί η πιθανότητα να εκπέσουν σε ποινικές πράξεις.
Το ΚΕΦΙΜ και το ifo είναι αμφότερα μετριοπαθή φιλελεύθερα ινστιτούτα, στα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποδοθούν «ακτιβίστικα» ή «αριστερίστικα» κίνητρα. Τα ευρήματά τους, επομένως, έχουν ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη συζήτηση.
Οικονομικά οφέλη και αποτυχημένα μοντέλα αποτροπής
Επιπλέον, αμφότερες οι έρευνες εστιάζουν στον (υπό προϋποθέσεις) θετικό οικονομικό αντίκτυπο που μπορούν να έχουν οι μετανάστες, καθώς καλύπτουν κενές θέσεις στην αγορά εργασίας.
Μάλιστα, η Τζόρτζια Μελόνι δεν φαίνεται να αγνοεί αυτήν την πτυχή. Η κυβέρνησή της αποφάσισε το 2025 – παρά την αντιμεταναστευτική της ρητορική – την παροχή περίπου 500.000 βίζων εργασίας σε υπηκόους εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης σε βάθος τριετίας, ώστε να καλυφθούν κενές θέσεις εργασίας σε τομείς όπως ο τουρισμός ή ο πρωτογενής τομέας.
Σημειώνεται ακόμη ότι η πολυδιαφημιζόμενη διμερής συμφωνία Ιταλίας-Αλβανίας για την απέλαση παράτυπων μεταναστών στη βαλκανική χώρα αποδεικνύεται στην πράξη ανεφάρμοστη. Αρχικά, τα σχέδια έκαναν λόγο για μεταφορά 36.000 ανθρώπων ετησίως. Μέχρι το τέλος του 2024 είχαν μεταφερθεί μόλις λίγες εκατοντάδες, ενώ υπήρξαν ακόμη νομικά εμπόδια και δικαστικά μπλόκα.
Η σοσιαλδημοκρατική αμηχανία
Από εκεί και ύστερα, πιο παράδοξη είναι η θέση της Μέτε Φρέντρικσεν, η οποία ηγείται του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Δανίας. Θα περίμενε κανείς ότι μια σοσιαλδημοκράτισσα πολιτικός θα είχε μια πιο δεκτική θέση απέναντι στη μετανάστευση και δεν θα υιοθετούσε ρητορική που συνήθως συναντάται σε ακροδεξιά μορφώματα, πόσο μάλλον όταν τα ευρήματα των ερευνών δεν την επιβεβαιώνουν. Παρ’ όλα αυτά, η πρωθυπουργός της Δανίας υιοθετεί μια αρκετά σκληρή γραμμή στο συγκεκριμένο πεδίο.
Ένα πρόσθετο ερωτηματικό είναι ότι, στη διαμάχη Ρώμης-Μαδρίτης στον απόηχο των γεγονότων της Θέουτα, πήρε το μέρος της Μελόνι, παρά το γεγονός ότι ανήκει στην ίδια πολιτική οικογένεια με τον Ισπανό ομόλογό της Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος είχε στηρίξει την εδαφική ακεραιότητα της Δανίας, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ απειλούσε με στρατιωτική επέμβαση στη Γροιλανδία.
Η στάση αυτή της Φρέντρικσεν, η οποία θεωρείται «δεξιά» σοσιαλδημοκράτισσα, δείχνει ότι η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία δυσκολεύεται να «σερβίρει» μια πειστική απάντηση για τις προκλήσεις του μεταναστευτικού και του προσφυγικού, η οποία να είναι λειτουργική και σε ευθυγράμμιση με τις σχετικές διεθνείς συνθήκες και συμβάσεις. Αυτή η αμηχανία δεν αποτελεί, όμως, ένα καινούριο φαινόμενο. Στα σκανδιναβικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα υπήρχαν ανέκαθεν τριβές στο εσωτερικό τους όποτε έπεφτε το μεταναστευτικό στο τραπέζι.
Επιπλέον, αυτός ο διχασμός δεν αφορά μόνο τις βόρειες χώρες. Ακόμη και τα εν Ελλάδι κόμματα του κεντροαριστερού χώρου, το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛΑΣ, σίγησαν – με ελάχιστες εξαιρέσεις ανάμεσα στα στελέχη τους – στην κρίση της Θέουτα και δεν υπερασπίστηκαν την κυβέρνηση Σάντσεθ, την οποία κατά τ’ άλλα προβάλλουν ως πρότυπο.
Η ανάγκη για μια νέα προσέγγιση
Εντούτοις, σε μια εποχή αυξημένων πολέμων, οι μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές είναι φυσικό να αυξάνονται. Ως εκ τούτου, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα (και όχι μόνο) θα χρειαστεί να βρουν πιο πειστικά αφηγήματα για τη διαχείρισή τους, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να καλυφθούν οι κενές θέσεις εργασίας, τη δημογραφική κρίση, αλλά και το δικαίωμα στο άσυλο για όσους αναζητούν προστασία.
Από εκεί και πέρα, ο ισχυρισμός ότι η άνοδος της ακροδεξιάς θα παγώσει αν τα δημοκρατικά κόμματα υιοθετήσουν μέρος της ρητορικής και της ατζέντας της έχει αποδειχθεί μύθος που εργαλειοποιείται για μικροπολιτικές σκοπιμότητες.





