Σύμφωνα με τον κ. Ρεν, οι παράγοντες που ενδέχεται να πιέσουν τον πληθωρισμό προς τα κάτω περιλαμβάνουν την ενίσχυση του ευρώ, τη σταθεροποίηση των μισθών και τη μείωση του πληθωρισμού στις υπηρεσίες.
Ύστερα από οκτώ διαδοχικές μειώσεις επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 0,25% μέσα σε έναν χρόνο, τα στελέχη της Τράπεζας επανεξετάζουν αν χρειάζεται περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Οι περισσότεροι αξιωματούχοι εμφανίζονται ικανοποιημένοι με το επιτόκιο καταθέσεων στο 2%, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα προκύψει νέο οικονομικό σοκ. Ωστόσο, ορισμένοι δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο νέων μειώσεων.
«Παρακολουθούμε προσεκτικά τις μεσοπρόθεσμες εξελίξεις», τόνισε ο Ρεν, υπογραμμίζοντας την αυξημένη αβεβαιότητα που προκαλούν οι γεωπολιτικές εντάσεις και ο παγκόσμιος εμπορικός πόλεμος. «Σε τέτοιες εποχές, η νομισματική πολιτική είναι τόσο τέχνη όσο και επιστήμη», πρόσθεσε χαρακτηριστικά.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε πρόσφατα ότι η Τράπεζα «βρίσκεται σε καλή θέση», καθώς ο πληθωρισμός παραμένει κοντά στον στόχο και η ευρωπαϊκή οικονομία παρουσιάζει «θετική δυναμική». Παρόμοια στάση κράτησε και ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν.
Σύμφωνα με αναλυτές, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη αναμένεται να διαμορφωθεί γύρω στο 1,9% το 2027, μετά από μια μικρή υποχώρηση το επόμενο έτος, κάτι που καθιστά απίθανη μια νέα μείωση επιτοκίων στο άμεσο μέλλον.
Σε συνέντευξή του στην Καθημερινή, ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιόακιμ Νάγκελ, υποστήριξε ότι η τρέχουσα κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής είναι κατάλληλη. «Ο πληθωρισμός βρίσκεται κοντά στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2% και αναμένεται να παραμείνει εκεί. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η πολιτική μας είναι η σωστή», ανέφερε.
Ο Ρεν, πάντως, προειδοποίησε για τις διεθνείς πιέσεις που ασκούνται στις κεντρικές τράπεζες, φέρνοντας ως παράδειγμα τις παρεμβάσεις του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στη Fed. «Αν ο Τραμπ υπονομεύσει την ανεξαρτησία της Fed, το αποτέλεσμα θα είναι υψηλότερος πληθωρισμός για μεγαλύτερο διάστημα», είπε, προσθέτοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για τις επιπτώσεις μιας τέτοιας εξέλιξης, όπως ένα ασθενέστερο δολάριο, εισροές κεφαλαίων στην Ευρώπη και μεταβολές στην ισοτιμία του ευρώ.






