«Η μικρή αυτή βελτίωση δεν πρέπει να συγκαλύπτει το γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρή έλλειψη παραγγελιών», σημειώνει ο Klaus Wohlrabe, επικεφαλής ερευνών του ινστιτούτου ifo. «Η ασθενής ζήτηση επιβαρύνει μεγάλα τμήματα της οικονομίας και εντείνεται περαιτέρω από το υψηλό κόστος και τη μειούμενη ανταγωνιστικότητα».
Στον βιομηχανικό τομέα, το ποσοστό των επιχειρήσεων με έλλειψη παραγγελιών παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο, στο 35,9%. Ιδιαίτερα δύσκολη παραμένει η κατάσταση στη μηχανολογική βιομηχανία, όπου το ποσοστό αυξήθηκε από 41,4% σε 43,9%. Αντίστοιχη επιδείνωση καταγράφεται και στους κατασκευαστές ηλεκτρονικών και οπτικών προϊόντων, με το ποσοστό να ανεβαίνει από 40,7% σε 46,8%. Στην αυτοκινητοβιομηχανία, περίπου το ένα τέταρτο των επιχειρήσεων αναφέρει παρόμοια προβλήματα. Αντίθετα, η κατάσταση βελτιώθηκε για τους παραγωγούς ποτών, όπου το ποσοστό των εταιρειών με έλλειψη παραγγελιών μειώθηκε στο μισό, φτάνοντας το 13,6%.
Στον τομέα των υπηρεσιών, οι επιχειρήσεις αναφέρουν ελαφρώς λιγότερο συχνά έλλειψη παραγγελιών: το ποσοστό υποχώρησε από 33,4% σε 31,1%. Ωστόσο, ιδιαίτερα πληττόμενοι παραμένουν οι σύμβουλοι διοίκησης (53,8%) και η διαφημιστική αγορά (51,2%). Υψηλά εξακολουθούν να είναι τα ποσοστά και στον κλάδο της φιλοξενίας καθώς και στους παρόχους υπηρεσιών πληροφορικής, με 48,1% αντίστοιχα.
Δύσκολη παραμένει η εικόνα και στο εμπόριο. Στους χονδρεμπόρους, σχεδόν δύο στις τρεις επιχειρήσεις (62%) συνεχίζουν να δηλώνουν έλλειψη παραγγελιών. Στο λιανικό εμπόριο, η κατάσταση επιδεινώθηκε ελαφρώς, με το ποσοστό να αυξάνεται από 48,7% σε 51,3%, γεγονός που σημαίνει ότι περίπου μία στις δύο επιχειρήσεις εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ανεπαρκή ζήτηση.






