• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
O αλγόριθμος αλλάζει την πολιτική επικοινωνία – Η επιρροή των Social Media στις κάλπες
07:45 - 03 Φεβ 2026

O αλγόριθμος αλλάζει την πολιτική επικοινωνία – Η επιρροή των Social Media στις κάλπες

Ο Ντόναλντ Τραμπ κατάφερε να εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ και μάλιστα δύο φορές, κόντρα στα προγνωστικά. Ένα από τα αίτια της επιτυχίας του είναι η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο επικοινωνούμε. Το πεδίο ενημέρωσης και πληροφόρησης έχει μεταφερθεί από τις εφημερίδες και την τηλεόραση, στο χαοτικό περιβάλλον του διαδικτύου και των μέσων δικτύωσης.

Πώς αλλάζει αυτός ο παράγοντας την πολιτική επικοινωνία; Ποιες προκλήσεις φέρνει για τα μέσα ενημέρωσης και ποια είναι η ελληνική πραγματικότητα;

Το παράδοξο είναι, πώς κάποτε η περίπτωση εκλογής Τραμπ θεωρούνταν ένα κακόγουστο αστείο. Πλέον, όμως, η περίπτωσή του αποτελεί τη νέα κανονικότητα.

«Γενικά το πνεύμα της εποχής ταυτίζεται με την αναζήτηση αυθεντικότητας. Ένας πολιτικός πρέπει πρώτα να εκφράζει αυτό που πιστεύει και στη συνέχεια να βρίσκει τις τακτικές και τις επικοινωνιακές μεθόδους. Πρέπει να διασφαλίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και να τους πείσει ότι αυτά που λέει τα εννοεί».

Αυτό δηλώνει στο «R» ο σύμβουλος στρατηγικής επικοινωνίας και συμπαραγωγός του podcast Progress Report, Παναγιώτης Έξαρχος, συμπληρώνοντας για την περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ πως:

«Γνωρίζουμε ότι τα λόγια του δεν ευθυγραμμίζονται με πράξεις. Μιλά υπέρ του απλού Αμερικανού, αλλά η προεδρία του έχει έντονα στοιχεία διαφθοράς και προσωπικού πλουτισμού. Παρ’ όλα αυτά είναι πειστικός γιατί παρουσιάζεται ως αυθεντικός, ως ο εαυτός του, ακόμη κι αν αυτός δεν είναι εύπεπτος προς όλους».

Γνώστες της αμερικανικής πολιτικής σκηνής σχολιάζουν πως ο Ρεπουμπλικανός μεγιστάνας δύσκολα θα μπορούσε να είχε εκλεγεί πρόεδρος χωρίς την ύπαρξη μέσων δικτύωσης το 2016, όπως για παράδειγμα το Χ. Στην ίδια γραμμή βρίσκεται ο κ. Έξαρχος, ο οποίος στέκεται ιδιαίτερα στην επιστροφή του το 2024, όταν χρησιμοποίησε σειρές podcast για να προβληθεί:

«Ο διάλογος στα podcast χαρακτηρίζεται από περισσότερο αυθορμητισμό. Ο Τραμπ και οι οπαδοί του τα χρησιμοποίησαν για να πουν τις ακρότητές τους και να προσεγγίσουν κοινά εκτός πολιτικής. Οι Δημοκρατικοί, από την άλλη, δίσταζαν και επέμεναν στη λογική του προβλεπόμενου, της τήρησης των κανόνων, του by the book, που δεν ταιριάζει σε αυτό το πλαίσιο συζήτησης».

Προφανώς, ο Τραμπ δεν είναι το μόνο πρόσωπο που κατάφερε να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά τα νέα μέσα επικοινωνίας. Τον Νοέμβριο του 2025 ο Ζόραν Μαμντάνι, ένας σχετικά άγνωστος πολιτικός που αυτοπροσδιορίζεται ως Δημοκράτης Σοσιαλιστής, εκλέχθηκε Δήμαρχος Νέας Υόρκης. Κατά τον Παναγιώτη Έξαρχο, κατάφερε να πείσει τον κόσμο μέσω της αυθεντικότητας που εξέπεμπε, αλλά με διαφορετική προσέγγιση από τον Τραμπ: «Ο Μαμντάνι δεν έκανε τον εαυτό του το επίκεντρο της καμπάνιας. Όρισε 3–4 βασικά ζητήματα γύρω από την ακρίβεια και τη βιώσιμη ζωή, προβάλλοντας τις κεντρικές ανησυχίες των ανθρώπων στους οποίους απευθύνθηκε».

Προσδοκίες που διαψεύστηκαν

Τραμπ και Μαμντάνι προβάλλονται ως αντισυστημικοί παίκτες που δεν ταυτίζονται με τις κομματικές ελίτ. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα αν οι εκλογικές τους επιτυχίες είναι αποτέλεσμα του νέου οικοσυστήματος ενημέρωσης και πολιτικοποίησης.

Κάποτε, η πολιτική διαμόρφωση περνούσε από την εκκλησία, τα συνδικάτα, τα κόμματα. Η απήχησή τους έχει περιοριστεί σημαντικά, ειδικά στις νεότερες γενιές, που βρίσκονται μονίμως μπροστά στην οθόνη. Αυτή η πραγματικότητα επηρεάζει την πολιτικοποίησή τους:

Δεν χρειάζεται να εντοπίσουν τους πολιτικούς. Εκείνοι τους βρίσκουν, στα social media. Κι όποιος πολιτικός τα χειριστεί αποτελεσματικά, ανεβάζει τη δυναμική του. Από ιστορική οπτική, τη δεκαετία του 1990, το ρεύμα των «τεχνοοπτιμιστών» είχε την προσδοκία ότι το διαδίκτυο θα ενίσχυε μια πιο συμμετοχική και άμεση δημοκρατία. Με την έλευση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των smartphones, η ψηφιακή δημόσια σφαίρα επεκτάθηκε, χωρίς όμως να επαληθευτούν οι αισιόδοξες προβλέψεις περί ενίσχυσης των δημοκρατικών διαδικασιών. Στις πλατφόρμες υπερισχύουν οι «κραυγές» έναντι των ορθολογικών φωνών. Η αντιπαράθεση γίνεται πιο απρόσωπη και επιθετική. Το συνολικό αποτέλεσμα δεν είναι μια αμεσότερη δημοκρατία, αλλά ένας πιο άναρχος δημόσιος διάλογος, που κανονικοποιεί διάφορα taboo. Ευνοημένη από αυτήν την εξέλιξη είναι, με τα σημερινά δεδομένα, κυρίως η Ακροδεξιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το 20,8% της εξτρεμιστικής AfD στις γερμανικές ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, που το εξασφάλισε, μεταξύ άλλων, μέσω προσέγγισης νεότερων κοινών στο TikTok.

Η ελληνική πραγματικότητα

Στην Ελλάδα, ένα από τα αποτελέσματα των νέων μορφών επικοινωνίας είναι η άνοδος αρχηγοκεντρικών πολιτικών σχημάτων (π.χ. Πλεύση Ελευθερίας), τα οποία συχνά μπορούν να ανταγωνιστούν τα πιο θεσμικά κόμματα, (π.χ. ΠΑΣΟΚ). Σε τι οφείλεται αυτό;

Ο κ. Έξαρχος υπογραμμίζει ότι σε γενικές γραμμές τα κόμματα προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται. Ωστόσο, τα λεγόμενα «παραδοσιακά» αντιμετωπίζουν κάποιες πρόσθετες προκλήσεις:

«Όταν μιλάμε για social media, υπάρχει η λογική του ragebait. Οι αλγόριθμοι είναι διαμορφωμένοι με τρόπο που ανταμείβουν την οργή και την τοξικότητα. Αυτό είναι το περιβάλλον. Άρα, όταν ένα κόμμα εκφράζει αυτού του τύπου την αγανάκτηση, έχει ένα πλεονέκτημα. Από την άλλη, παραδοσιακά κόμματα που πρέπει να εκπέμπουν σοβαρότητα και θεσμικότητα δεν ανταμείβονται στο περιβάλλον των social media». Τονίζει, πάντως, ότι τα κόμματα εξακολουθούν να έχουν λόγο ύπαρξης, καθώς ο κόσμος έχει την ανάγκη να νιώθει ότι ανήκει σε μία συλλογικότητα. Παραπέμπει, μάλιστα, εκ νέου στο αμερικανικό παράδειγμα της καμπάνιας του Μαμντάνι, που κινητοποίησε με επιτυχία ένα ευρύ δίκτυο άνω των 100.000 εθελοντών.

Οι προκλήσεις για τα ΜΜΕ

Οι πλατφόρμες έχουν, βέβαια, αντίκτυπο και στα Μέσα Ενημέρωσης. Η διάδοση πληροφοριών στις ψηφιακές ροές εντείνει την ανάγκη αντιμετώπισης των ψευδών ειδήσεων και στήριξης της συστηματικής επαλήθευσης. Οι δημοσιογράφοι ανταγωνίζονται πλέον τους χρήστες ως μεταδότες ειδήσεων και πληροφοριών, χωρίς ωστόσο αυτό να υποκαθιστά την οργανωμένη δημοσιογραφία, η οποία απαιτεί έρευνα και τεκμηρίωση. Επιπλέον, οι νέες τεχνολογίες – είτε οι πλατφόρμες είτε η Τεχνητή Νοημοσύνη – αποτελούν πεδίο ενός γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Όποιος τις ελέγχει εδραιώνει την κυριαρχία του. Ο Τραμπ θεωρεί, μάλιστα, πως στον αγώνα για την κυριαρχία στην Τεχνητή Νοημοσύνη δεν υπάρχει κανένας φραγμός. Ταυτόχρονα είναι δύσκολο να δημιουργηθεί ένα ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς σχετικές πρωτοβουλίες της ΕΕ συναντούν αντιστάσεις από ΗΠΑ και Κίνα. Το ζητούμενο, εντέλει, είναι αν υπάρχει τρόπος υπέρβασης του άναρχου τοπίου των πλατφορμών και διασφάλισης ενός γνήσιου δημοκρατικού χώρου πληροφόρησης. Το πρόβλημα δεν είναι η ζήτηση για ενημέρωση, η οποία υπάρχει παρά την καχυποψία απέναντι στα Μέσα, αλλά το μοντέλο λειτουργίας τους. Και ειδικά για την Ελλάδα – όπου απουσιάζουν οι πόροι και τα μέσα δεν μπορούν να στηρίζονται σε συνδρομές όπως οι διεθνείς όμιλοι – απαιτείται θεσμική στήριξη των μέσων και αναγνώριση της δημοσιογραφίας ως δημόσιου αγαθού.

Τα παραπάνω επισημάνθηκαν από τον καθηγητή Διεθνούς Δημοσιογραφίας στο ΑΠΘ, Νίκο Παναγιώτου, σε εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Στέφανος Παραστατίδης και το Ίδρυμα Friedrich Ebert τον Ιούνιο.

Συνεπώς, το νέο ψηφιακό περιβάλλον και οι προκλήσεις του αγγίζουν όχι μόνο την πολιτική επικοινωνία και τη διαχείριση των πληροφοριών, αλλά ευρύτερα τη δημοκρατία. Και για να διατηρηθεί αυτή σε μια εποχή βαθιάς αμφισβήτησης, απαιτείται αυθεντικότητα, δημιουργικότητα και προσαρμογή – όχι μόνο από τους πολιτικούς και τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και από τους ίδιους τους πολίτες, που δεν μπορούν να θεωρούνται ενεργοί αν περιορίζονται στα clicks και τα likes της οθόνης.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Reporter Magazine Δεκεμβρίου

Τελευταία τροποποίηση στις 27/02/2026 - 20:37