Με την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας, οι Ιταλοί πολίτες κλήθηκαν να αποφασίσουν για μια ιδιαίτερα πολιτικοποιημένη μεταρρύθμιση, η οποία στόχευε στην αναδιαμόρφωση της ισορροπίας εξουσίας μεταξύ δικαστών και εισαγγελέων. Ωστόσο, η διαδικασία εξελίχθηκε γρήγορα σε ευρύτερο τεστ εμπιστοσύνης προς την ηγεσία της Μελόνι.
Σύμφωνα με την εταιρεία δημοσκοπήσεων YouTrend, με καταμετρημένο το 51% των εκλογικών τμημάτων, το «Όχι» προηγείται με 54,57%, απορρίπτοντας έτσι μια από τις βασικές θεσμικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης.
Αν και παρουσιάστηκε ως τεχνική μεταρρύθμιση, η ψηφοφορία απέκτησε σαφώς πολιτικά χαρακτηριστικά, λειτουργώντας ως βαρόμετρο για τη στήριξη προς την κυβέρνηση, σύμφωνα με μετάδοση του Euractiv.
Μετά τη διαμόρφωση της τάσης, η Μελόνι δήλωσε μέσω κοινωνικών δικτύων ότι σέβεται την απόφαση των πολιτών, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα «χαμένη ευκαιρία για τον εκσυγχρονισμό της Ιταλίας», ενώ διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει το έργο της.
Η συμμετοχή διαμορφώθηκε περίπου στο 59,01%, ξεπερνώντας τα επίπεδα προηγούμενων δημοψηφισμάτων και καταδεικνύοντας αυξημένη κινητοποίηση των ψηφοφόρων, γεγονός που υπογραμμίζει τη διευρυμένη πολιτική σημασία της διαδικασίας.
Παρά το υψηλό διακύβευμα, η Μελόνι είχε αποφύγει να συνδέσει άμεσα την πολιτική της επιβίωση με το αποτέλεσμα, τονίζοντας πριν από την ψηφοφορία ότι οι πολίτες θα έχουν την ευκαιρία να κρίνουν την κυβέρνηση στις επόμενες εθνικές εκλογές.
Οι εντάσεις μεταξύ πολιτικής εξουσίας και Δικαιοσύνης στην Ιταλία έχουν βαθιές ρίζες, που ανάγονται στην επιχείρηση Mani Pulite της δεκαετίας του 1990, η οποία ανέτρεψε το μεταπολεμικό πολιτικό σύστημα. Οι συγκρούσεις αυτές εντάθηκαν επί διακυβέρνησης του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ενισχύοντας τη δυσπιστία της ιταλικής δεξιάς απέναντι στη Δικαιοσύνη.
Για τη Μελόνι και τους συμμάχους της, η μεταρρύθμιση στόχευε στην αντιμετώπιση αυτού που η ίδια έχει χαρακτηρίσει «ιδεολογική απόκλιση» της Δικαιοσύνης, ιδίως σε ζητήματα όπως η μετανάστευση και η ασφάλεια.






