Ειδικότερα, ο σχετικός δείκτης ανήλθε τον Μάρτιο στις 25,3 μονάδες, από 20,3 μονάδες τον Φεβρουάριο, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2023. «Οι πιέσεις στις τιμές στη Γερμανία αυξάνονται ξανά αισθητά», δήλωσε ο Klaus Wohlrabe, επικεφαλής ερευνών του ifo, επισημαίνοντας ότι «οι υψηλές τιμές ενέργειας αναμένεται να ενισχύσουν τον πληθωρισμό τους επόμενους μήνες».
Όπως εξήγησε, η άνοδος των προσδοκιών για αυξήσεις τιμών συνδέεται με τη σημαντική αύξηση στο κόστος του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, ως απόρροια του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Μετά από μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος λειτουργούσε ανασταλτικά για τον πληθωρισμό, πλέον διαφαίνεται αντιστροφή της τάσης. «Οι επιχειρήσεις μετακυλίουν ολοένα και περισσότερο το αυξημένο κόστος», σημείωσε, προσθέτοντας ότι «οι τιμές ενέργειας επηρεάζουν και αγαθά και υπηρεσίες μέσω υψηλότερων δαπανών παραγωγής και μεταφοράς».
Η αύξηση των προσδοκιών είναι ιδιαίτερα έντονη στον μεταποιητικό τομέα, όπου ο δείκτης ενισχύθηκε από τις 13 στις 20 μονάδες. Σημαντική άνοδος καταγράφηκε και στον κατασκευαστικό κλάδο, με τον δείκτη να ανεβαίνει από τις 10 στις 20,2 μονάδες.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις υπηρεσιών που απευθύνονται στους καταναλωτές αύξησαν σημαντικά τις προσδοκίες τους για ανατιμήσεις, από 25,1 σε 31,6 μονάδες. Αντίστοιχα, και οι επιχειρήσεις υπηρεσιών προς άλλες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των χονδρεμπόρων, σχεδιάζουν συχνότερα αυξήσεις τιμών, με τον δείκτη να διαμορφώνεται στις 27 μονάδες από 24,7 προηγουμένως.
Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχύονται εκ νέου σε ευρύ φάσμα της οικονομίας.
Σημειώνεται ότι ο δείκτης προσδοκιών τιμών του ifo αποτυπώνει το καθαρό ποσοστό των επιχειρήσεων που σχεδιάζουν αυξήσεις τιμών, προκύπτοντας από τη διαφορά μεταξύ εκείνων που προτίθενται να αυξήσουν και εκείνων που σχεδιάζουν να μειώσουν τις τιμές τους. Αν το σύνολο των επιχειρήσεων δήλωνε πρόθεση αύξησης, το ισοζύγιο θα ανερχόταν στις +100 μονάδες, ενώ στην αντίθετη περίπτωση θα διαμορφωνόταν στις -100. Τα στοιχεία έχουν υποστεί εποχική προσαρμογή, ενώ δεν καταγράφεται το μέγεθος των προγραμματισμένων αυξήσεων.



