Όπως επισημαίνει το Bloomberg, το πακέτο ύψους 1,8 τρισεκατομμυρίων ευρώ που πρότεινε πέρυσι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελεί ένα εντυπωσιακά μεγάλο ποσό, το οποίο απειλεί να αναζωπυρώσει παλαιές διαμάχες σχετικά με τις προτεραιότητες δαπανών της ΕΕ και το ποιοι τελικά καλούνται να τις χρηματοδοτήσουν.
Ενόψει των συζητήσεων στην Κύπρο, τα πλουσιότερα κράτη-μέλη της ΕΕ, τα οποία συνεισφέρουν περισσότερα από όσα λαμβάνουν, επανέφεραν τις ενστάσεις τους για το ύψος του προϋπολογισμού, που θα καθορίσει τις δαπάνες της Ένωσης για την περίοδο 2028-2034.
Παράλληλα, εξέφρασαν αντιρρήσεις για την πρόταση της Επιτροπής να καταργηθούν οι επιστροφές (rebates) που χορηγούνται σε οικονομικά ισχυρότερες χώρες, όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, η Σουηδία, η Δανία και η Αυστρία.
Παραδοσιακά, μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων κατευθύνεται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και στα ταμεία συνοχής για τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες. Ωστόσο, αυτή τη φορά η Επιτροπή προτείνει μια νέα δομή, την ώρα που χώρες με ισχυρό αγροτικό τομέα, όπως η Γαλλία, επιθυμούν τη διατήρηση των επιδοτήσεων προς τους αγρότες. Το Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο θα συζητήσει το πακέτο στο Στρασβούργο, τάσσεται υπέρ της αύξησης του προϋπολογισμού.
Την ίδια ώρα, ένα ακόμη σημείο τριβής αποτελεί η πρόταση για την άντληση εσόδων μέσω ευρωπαϊκών επιβαρύνσεων, γνωστών ως «ίδιοι πόροι», προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αποπληρωμή των ομολόγων που εκδόθηκαν την περίοδο της πανδημίας. Ωστόσο, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε το Σαββατοκύριακο ότι το χρέος εκείνης της περιόδου θα πρέπει να μετακυλιστεί, με την ΕΕ να εκδίδει νέα ομόλογα, μια πρόταση που βρίσκει αντίθετες χώρες όπως η Γερμανία.
Την ίδια στιγμή, η Επιτροπή επιδιώκει να αναπροσανατολίσει τον προϋπολογισμό προς βασικές προτεραιότητες της Ένωσης, όπως η άμυνα και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, μέσω προγραμμάτων που προωθούν την καθαρή τεχνολογία και την ανάπτυξη της καινοτομίας.
Δεδομένου του διαρκούς επενδυτικού χάσματος μεταξύ της ΕΕ και των Ηνωμένων Πολιτειών, η διαμόρφωση ενός προγράμματος που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του 21ου αιώνα αναμένεται να αποτελέσει βασική προτεραιότητα για την Ένωση.






