Την Παρασκευή όμως (1/5) ο Αμερικανός Υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ ανακοίνωσε την αποχώρηση 5.000 στρατιωτών. Η κίνηση αυτή έρχεται στον απόηχο της επιδείνωσης των σχέσεων του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς με φόντο το Ιράν. Ταυτόχρονα, ανοίγει σειρά ερωτημάτων για το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων.
Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, οι αποχωρούντες στρατιώτες στελεχώνουν μονάδες, οι οποίες θα μπορούσαν να συμβάλουν στη συμβατική άμυνα της ανατολικής πτέρυγας της Ευρώπης. Πρόκειται για δυνάμεις που είχαν σταλεί επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν στη Γερμανία στον απόηχο της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Πρόκειται για μια κίνηση με ισχυρό συμβολισμό καθώς ο Τραμπ ανατρέπει την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος του διατλαντικού μπλοκ στην Ευρώπη έναντι της Μόσχας σε μια κρίσιμη γεωπολιτικά περίοδο.
Σε πρώτη φάση δεν έχει ξεκαθαρίσει πού θα μετατεθούν οι στρατιώτες και ποιες θα είναι οι ευρύτερες επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Ενδέχεται να επιστρέψουν στις ΗΠΑ, δεν αποκλείεται όμως να μετακινηθούν εντός της Ευρώπης, με τη Ρουμανία ή την Πολωνία να θεωρούνται πιθανοί προορισμοί.
Αυτό που θεωρείται βέβαιο από παρατηρητές είναι ότι η κίνηση αυτή έχει τιμωρητικό χαρακτήρα απέναντι στον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς εξαιτίας πρόσφατων δηλώσεών του περί «ταπείνωσης» των ΗΠΑ από το Ιράν. Παράλληλα, αναλυτές δεν αποκλείουν να έπαιξε ρόλο στην κίνηση αυτή το πρόσφατο τηλεφώνημα του πλανητάρχη με τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Ο πανικός οδηγεί σε λανθασμένες στρατηγικές
Χαρακτηριστική, ωστόσο, είναι η ψυχραιμία με την οποία αντιμετωπίστηκε η απόφαση στην Ευρώπη και ειδικά στη Γερμανία.
«Αναμενόμενη» χαρακτήρισε την κίνηση ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους, ο οποίος στάθηκε στην ανάγκη η Ευρώπη να αναλάβει περισσότερες ευθύνες στην άμυνά της. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε το ΝΑΤΟ, υπογραμμίζοντας ότι εξετάζει όλες τις παραμέτρους της απόφασης. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλλας δήλωσε τη Δευτέρα (4/5) έκπληκτη από τον χρονισμό της απόφασης, εστιάζοντας όμως περισσότερο στην ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αυτονομίας.
Σε κάθε περίπτωση η στάση αυτή έρχεται σε αντίθεση με το κλίμα πανικού που επικρατούσε πριν από έναν χρόνο. «Οδεύουμε ίσως προς το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι», είχε δηλώσει τότε ο στρατιωτικός ιστορικός Σίλκε Νάιτσελ, με το ρητό να αποδίδεται εσφαλμένα στον Πιστόριους. Η φράση αυτή, είχε προκαλέσει αντιδράσεις ανάμεσα σε ακαδημαϊκούς και πολιτικούς κύκλους στη Γερμανία. Ήταν όμως δείγμα του κλίματος αβεβαιότητας απελπισίας που βρισκόταν η χώρα πριν ένα χρόνο, ενώ μέσω εκλογών και διεργασιών για συγκρότηση κυβέρνησης.
Γενικότερα το 2025 υπήρξε χρονιά κατά την οποία οι Ευρωπαίοι επιχείρησαν να προσεγγίσουν τον Τραμπ, με «επιθέσεις φιλίας» και κολακείες, αλλά χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο. Στόχος ήταν να διατηρηθεί, έστω και «με το ένα πόδι», η δέσμευση των ΗΠΑ στο δυτικό στρατόπεδο.
Τα αποτελέσματα, ωστόσο, ήταν καταστροφικά. Οι Ευρωπαίοι προχώρησαν σε μια σειρά υποχωρήσεων, δικαιολογώντας μάλιστα τον θυμό του Τραμπ, για να βρεθούν τελικά εκτεθειμένοι σε αλλεπάλληλες πιέσεις του πλανητάρχη. Αποκλείστηκαν από τις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία και ο Τραμπ τους γύρισε την πλάτη προκρίνοντας τη φιλία του Πούτιν. Επιπλέον, τους επέβαλε επιθετικούς δασμούς (το εμπορικό καθεστώς ΗΠΑ-ΕΕ δεν έχει ξεκαθαρίσει μέχρι σήμερα) και τους ανάγκασε να υιοθετήσουν τον υπερφιλόδοξο στόχο του 5% στις αμυντικές δαπάνες για μέλη του ΝΑΤΟ. Και αντί να ομαλοποιηθούν οι σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης, ύστερα από την υποχώρηση της τελευταίας, ο Τραμπ έφτασε στο σημείο να απειλήσει με στρατιωτική εισβολή στη Γροιλανδία.
Η «στρατηγική σιωπής» ως απάντηση
Η ευρωπαϊκή τακτική των «επιθέσεων φιλίας», των κομπλιμέντων και των υποχωρήσεων φαίνεται να αγνόησε κρίσιμες παραμέτρους που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ασκεί εξουσία ο Τραμπ. Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει από την ανάλυση του ινστιτούτου GPII, που εξετάζει τρόπους διαχείρισης «ναρκισσιστικών» ηγετών. Σύμφωνα με τη μελέτη, ηγέτες αυτού του είδους τείνουν να λειτουργούν εκδικητικά, να υποβαθμίζουν τους άλλους, να επιδιώκουν διαρκώς την προσοχή και τον απόλυτο έλεγχο, ενώ αποποιούνται την ευθύνη για κάθε είδους λάθη. Σημειώνεται ότι η έρευνα θέτει τον Τραμπ και τις πολιτικές του στον πυρήνα της, αλλά δεν επιχειρείται η «ψυχογράφηση» του ίδιου, όπως επισημαίνουν οι μελετητές.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η υποχώρηση επιδεινώνει την κατάσταση. «Η υποχώρηση τα κάνει όλα χειρότερα. Κάθε φορά που η τακτική μιας ναρκισσιστικής δύναμης επιβεβαιώνεται, αυξάνεται η πιθανότητα να την επαναλάβει. Αυτό σημαίνει ότι όποτε υποχωρούμε σε απαιτήσεις που θεωρούνται απαράδεκτες με το σκεπτικό ότι “τουλάχιστον τελειώνουμε”, λύνουμε το πρόβλημα βραχυπρόθεσμα μέχρι να επανεμφανιστεί», σημείωσε η κύρια συντάκτρια της έρευνας, Σοφί Λίλι Στόφελ, σε δηλώσεις της στο γερμανικό ARD.
Η μελέτη προτείνει, μεταξύ άλλων, την υιοθέτηση μιας πιο ψύχραιμης προσέγγισης μέσω μιας «στρατηγικής σιωπής και ψυχραιμίας». Δεν χρειάζονται αντιδράσεις σε κάθε προκλητική δήλωση, αλλά επιλεκτικές στοχευμένες παρεμβάσεις και ταυτόχρονη ενίσχυση της στρατηγικής απεξάρτησης. Επιτυχημένα παραδείγματα αυτής της τακτικής θεωρούνται ο Καναδάς και το Μεξικό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη – και ειδικά η Ευρωπαϊκή Ένωση – καλείται να ξεπεράσει τις δυσλειτουργίες που υπονομεύουν την εσωτερική της συνοχή, να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, προωθώντας ένα είδος «ευγενικής ουδετερότητας». Καλείται επίσης να αναλάβει πρωτοβουλίες που θα την επαναφέρουν σε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διεθνή σκακιέρα. Πρόκειται για μια πορεία που ήδη ακολουθείται, αν και με αργούς ρυθμούς και σημαντικές εσωτερικές διαφωνίες και τριβές.
Η προσγείωση στη νέα πραγματικότητα
Τη δεδομένη στιγμή λοιπόν, σε αντίθεση με πέρυσι, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται πιο ψύχραιμοι και προσγειωμένοι. Προφανώς οι προκλήσεις για την ασφάλεια παραμένουν και το έντονο κλίμα αβεβαιότητας και ανασφάλειας εξακολουθεί να αιωρείται. Ωστόσο είναι εμφανής η προσπάθεια υιοθέτησης εναλλακτικών πιο ευέλικτων στρατηγικών, έναντι της καταστροφολογίας που επικρατούσε το 2025.
Ίσως η σχετική ψυχραιμία να εξηγείται από τη μεγάλη στρατηγική σημασία των αμερικανικών βάσεων για επιχειρήσεις των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, γεγονός που από μόνο του αποκλείει μια άμεση και άτακτη αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων.
Εξάλλου τα σχέδια των Αμερικανών για σταδιακή αποστασιοποίησή τους από τα ευρωπαϊκά πράγματα δεν είναι καινούρια, καθώς ο επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έχει ήδη διατυπωθεί στην στρατηγική εθνικής ασφάλειας. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι κατά την πρώτη του θητεία ο Τραμπ είχε εκφράσει την πρόθεση να αποσύρει έως και 11.900 στρατιώτες από τη Γερμανία, χωρίς όμως να υλοποιηθεί, καθώς το Κογκρέσο δεν ενέκρινε τους απαραίτητους πόρους.
Σε αχαρτογράφητα νερά το μέλλον του ΝΑΤΟ
Τέλος, σε ό,τι αφορά το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων, επικρατεί στάση αναμονής.
Αναμφίβολα η κρίση που εξελίσσεται στο Ιράν και στα Στενά του Ορμούζ είναι μια τεράστια δοκιμασία για τη συνοχή του διατλαντικού μπλοκ και θα καθορίσει εν πολλοίς το μέλλον του.
Πέρυσι τέτοια εποχή υπήρχαν έντονες ανησυχίες ότι ο Τραμπ θα ανακοίνωνε, στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Χάγη, την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμμαχία. Σήμερα, οι φόβοι αυτοί έχουν υποχωρήσει, καθώς γίνεται αντιληπτό ότι δεν απαιτείται μια τέτοια κίνηση για να αποδυναμωθεί η συνοχή της.
Πιο ασφαλή συμπεράσματα αναμένεται να προκύψουν τις επόμενες εβδομάδες, στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.






