Από το 2000, το ποσοστό των κατοίκων που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό αυξήθηκε από περίπου 20% σε σχεδόν 33%, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στον ανεπτυγμένο κόσμο. H Wall Street Journal αναφέρει ότι πολλοί Ελβετοί θεωρούν ότι η ταχεία πληθυσμιακή αύξηση έχει συμβάλει στην άνοδο του κόστους ζωής, στις ελλείψεις κατοικιών και στην πίεση των δημόσιων υπηρεσιών.
Στο καντόνι του Τσουγκ, μια από τις πλουσιότερες περιοχές της χώρας, οι αρχές προσέλκυσαν επί χρόνια εξειδικευμένους ξένους εργαζομένους. Αν και αυτοί συνέβαλαν στην οικονομική ανάπτυξη και στα δημόσια έσοδα, αρκετοί κάτοικοι πιστεύουν ότι δημιούργησαν έναν φαύλο κύκλο συνεχώς αυξανόμενης ζήτησης για νέους εργαζομένους και υποδομές.
Εάν εγκριθεί η πρόταση, η κυβέρνηση θα πρέπει να περιορίσει την οικογενειακή επανένωση μεταναστών και τις νέες αιτήσεις ασύλου μόλις ο πληθυσμός φτάσει τα 9,5 εκατομμύρια. Αν ξεπεραστούν τα 10 εκατομμύρια, η Ελβετία θα υποχρεωθεί να τερματίσει τη συμφωνία ελεύθερης μετακίνησης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά το εμπόριο και την οικονομία.
Η συζήτηση αντανακλά μια ευρύτερη αλλαγή στάσης στις δυτικές χώρες απέναντι στη μετανάστευση. Για χρόνια οι κυβερνήσεις υποστήριζαν ότι η μετανάστευση θα βοηθούσε στην αντιμετώπιση της γήρανσης του πληθυσμού, των ελλείψεων εργατικού δυναμικού και της χαμηλής παραγωγικότητας. Ωστόσο, πολλοί πολίτες θεωρούν ότι τα προβλήματα αυτά δεν λύθηκαν, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν οι πιέσεις στην αγορά κατοικίας και στα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας.
Παρόμοιες ανησυχίες εμφανίζονται και σε άλλες χώρες. Ο Καναδάς περιόρισε τις άδειες για ξένους φοιτητές και προσωρινούς εργαζομένους, το Ηνωμένο Βασίλειο αύξησε τα κριτήρια για βίζες ειδικευμένων εργαζομένων και η Γερμανία ενίσχυσε τους συνοριακούς ελέγχους και τις απελάσεις.
Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η μετανάστευση μπορεί να ενισχύσει την οικονομία μόνο όταν οι νεοεισερχόμενοι διαθέτουν υψηλότερα προσόντα από τον μέσο όρο του πληθυσμού. Διαφορετικά, η επίδρασή της στην παραγωγικότητα και στις ελλείψεις εργατικού δυναμικού είναι περιορισμένη. Επιπλέον, οι μετανάστες γερνούν επίσης, επομένως η μετανάστευση δεν αποτελεί μόνιμη λύση στο δημογραφικό πρόβλημα.
Οι αντίπαλοι της πρότασης, μεταξύ των οποίων επιχειρηματικοί φορείς και μεγάλες εταιρείες, προειδοποιούν ότι ένα πλαφόν στον πληθυσμό θα δημιουργήσει σοβαρές ελλείψεις προσωπικού και θα πλήξει μια οικονομία που εξαρτάται από το διεθνές εμπόριο. Υποστηρίζουν ότι η χώρα αντιμετωπίζει κυρίως δημογραφικό πρόβλημα λόγω χαμηλών γεννήσεων και γήρανσης του πληθυσμού.
Οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας απαντούν ότι η μαζική μετανάστευση επιτρέπει στις επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν φθηνότερο εργατικό δυναμικό αντί να επενδύουν στην εκπαίδευση των ντόπιων ή σε νέες τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη. Θεωρούν επίσης ότι η συνεχής πληθυσμιακή αύξηση επιβαρύνει τις υποδομές, τις μεταφορές και το περιβάλλον.
Το Τσουγκ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των επιπτώσεων της ανάπτυξης. Η περιοχή μετατράπηκε από αγροτική κοινότητα σε διεθνές επιχειρηματικό και τεχνολογικό κέντρο, γνωστό και ως «Crypto Valley». Ο πληθυσμός της αυξήθηκε κατά περίπου 75% από το 1981, ενώ οι τιμές κατοικίας εκτοξεύθηκαν. Η ενοικίαση μιας οικογενειακής κατοικίας μπορεί να κοστίζει πάνω από 8.000 δολάρια τον μήνα και τα περισσότερα τοπικά ακίνητα είναι πλέον απρόσιτα για πολλούς ντόπιους.
Ακόμη και πολίτες που αναγνωρίζουν τα οικονομικά οφέλη της μετανάστευσης δηλώνουν ότι η ταυτότητα των κοινοτήτων τους έχει αλλάξει. Πολλοί αναφέρουν ότι τα αγγλικά ακούγονται πλέον συχνότερα από τα γερμανικά σε ορισμένες περιοχές και ότι οι νεότερες γενιές δυσκολεύονται να βρουν προσιτή κατοικία.
Παρά τις ανησυχίες αυτές, αρκετοί ψηφοφόροι θεωρούν ότι το πλαφόν πληθυσμού δεν αποτελεί πραγματική λύση. Αναγνωρίζουν ότι η μετανάστευση συνέβαλε σημαντικά στην ευημερία της χώρας και φοβούνται ότι ένας απότομος περιορισμός της θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα θα λύσει. Η ψηφοφορία θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς θα επηρεάσει όχι μόνο την οικονομία αλλά και το κοινωνικό και πολιτικό μέλλον της Ελβετίας.



