Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με το ifo, ήπια άνοδο κατέγραψαν τόσο ο δείκτης που αποτυπώνει την τρέχουσα επιχειρηματική κατάσταση (στις -14,5 μονάδες) όσο και εκείνος των προσδοκιών (στις -35,9 μονάδες).
Παρά τη μικρή αυτή βελτίωση, η συνολική εικόνα του κλάδου συνεχίζει να επιδεινώνεται σταθερά από τα τέλη του 2018.
Τον Ιούνιο, οι επιχειρήσεις ανέφεραν ότι το υφιστάμενο ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων τους επαρκούσε για περίπου 3,4 μήνες, έναντι μακροχρόνιου μέσου όρου 2,6 μηνών.
«Παρότι οι εταιρείες οδοποιίας διαθέτουν σημαντικό ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων, τα έργα φαίνεται να υλοποιούνται με αργούς ρυθμούς, ενώ παράλληλα οι νέες αναθέσεις μειώνονται συνεχώς», δήλωσε ο ειδικός του ifo για τον κατασκευαστικό κλάδο, Λούντβιχ Ντορφμάιστερ. «Το Ειδικό Ταμείο για τις Υποδομές και την Κλιματική Ουδετερότητα υποτίθεται ότι θα παρείχε μεγαλύτερη ευελιξία».
Να σημειωθεί ότι ο κλάδος της οδοποιίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη ζήτηση του δημόσιου τομέα, ενώ οι ανάγκες για ανακατασκευή και αποκατάσταση των οδικών υποδομών παραμένουν ιδιαίτερα αυξημένες.
«Παρόλα αυτά, η οδοποιία δεν λαμβάνει την αναγκαία προτεραιότητα στο πλαίσιο του ειδικού ταμείου. Πολλοί δήμοι αντιμετωπίζουν σημαντικές δημοσιονομικές πιέσεις, ενώ και σε ομοσπονδιακό επίπεδο η οδοποιία καλείται να ανταγωνιστεί άλλους τομείς δημόσιων δαπανών», εξηγεί ο Ντορφμάιστερ.
Παράλληλα, οι τιμές των υπηρεσιών οδοποιίας έχουν αυξηθεί κατά 46% την τελευταία πενταετία. Επιπλέον, κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026 οι επιχειρήσεις ανέφεραν, σε αισθητά μεγαλύτερο βαθμό, νέες αυξήσεις στις τιμές.
«Ο πόλεμος με το Ιράν θα επιβραδύνει περαιτέρω την πραγματική ανάπτυξη ενός κλάδου της οδοποιίας που ήδη αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες», υπογράμμισε ο Ντορφμάιστερ.
Τον Ιούνιο, οι επιχειρήσεις του κλάδου δήλωσαν εκ νέου ότι το ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων τους επαρκούσε για περίπου 3,4 μήνες, έναντι μακροχρόνιου μέσου όρου 2,6 μηνών.
«Ωστόσο, από το 2022 και μετά, οι επιχειρήσεις εμφανίζονται ολοένα και πιο δυσαρεστημένες από την πορεία των παραγγελιών τους. Πολλά έργα δεν προχωρούν στην υλοποίηση, ενώ παράλληλα παρατηρείται έλλειψη νέων αναθέσεων», σημείωσε ο Ντορφμάιστερ.
Τον Ιούνιο, το 38,7% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι αντιμετώπιζε έλλειψη παραγγελιών, έναντι μακροχρόνιου μέσου όρου 26%.
Αντίθετα, οι ελλείψεις σε υλικά έχουν πλέον περιοριστεί σημαντικά. Μόλις το 4,5% των εταιρειών ανέφερε ότι δεν διέθετε βασικά κατασκευαστικά υλικά, έναντι 5,9% το Μάιο.






