Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις πραγματοποίησαν για 13η διαδοχική νύχτα αεροπορικές επιδρομές εναντίον του Ιράν, βάζοντας στο στόχαστρο εγκαταστάσεις παραγωγής μη επανδρωμένων αεροσκαφών παράκτια συστήματα επιτήρησης και άλλες στρατιωτικές υποδομές. Σύμφωνα με τη Διοίκηση Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM), το νέο κύμα επιθέσεων διήρκεσε περισσότερο από δύο ώρες.
Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι σημειώθηκαν εκρήξεις στα Στενά του Ορμούζ, στις περιοχές Κεσμ και Μπαντάρ Αμπάς, όπου φέρονται να τραυματίστηκαν δύο άνθρωποι, καθώς και στα βορειοδυτικά της χώρας, κοντά στις πόλεις Αντιμεσκ και Ομιντιγιέχ.
Την ίδια ώρα, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, προειδοποίησε ότι η Μέση Ανατολή οδηγείται «στο χείλος του αδιανόητου», εκφράζοντας έντονη ανησυχία για την κλιμάκωση της σύγκρουσης.
«Η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο. Βρισκόμαστε στο χείλος του αδιανόητου. Η περιοχή παρασύρεται σε έναν ολοένα και ευρύτερο κύκλο αντιπαράθεσης. Η μία κρίση τροφοδοτεί την άλλη και κάθε κλιμάκωση προκαλεί την επόμενη», δήλωσε ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. «Καθώς αυτή η δυναμική εξαπλώνεται, οι πολιτικοί στόχοι επισκιάζονται όλο και περισσότερο από την ίδια τη σύγκρουση».
Οι εξελίξεις έρχονται μετά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι βρίσκεται πολύ κοντά στο να αποφασίσει εάν θα εξαπολύσει «μια μαζική επίθεση» κατά του Ιράν, μεγαλύτερη από κάθε άλλη που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της πολύμηνης αντιπαράθεσης με την Τεχεράνη.
Μιλώντας στο Axios, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε: «Εξετάζω μια μαζική επίθεση. Μεγαλύτερη από οποιαδήποτε έχουμε δει μέχρι σήμερα. Βρίσκομαι πολύ κοντά στη λήψη της απόφασης. Είμαστε απολύτως έτοιμοι».
Παραδέχθηκε ότι μια τέτοια ενέργεια θα είχε σοβαρές συνέπειες, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν έχει λάβει ακόμη την τελική του απόφαση. Πρόσθεσε ακόμη πως το Ισραήλ «θα συμμετείχε μέσα σε δύο λεπτά, αν του το ζητούσα», για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Δεν χρειαζόμαστε κανέναν».
Οι δηλώσεις αυτές ακολούθησαν την προηγούμενη προειδοποίησή του περί «σκληρής στρατιωτικής τιμωρίας» κατά του Ιράν και των ανταρτών Χούθι, μετά τις επιθέσεις της φιλοϊρανικής οργάνωσης της Υεμένης σε δύο δεξαμενόπλοια της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα.
Οι επιθέσεις των Χούθι έθεσαν σε κίνδυνο την ασφάλεια μιας ακόμη κρίσιμης θαλάσσιας εμπορικής οδού που συνδέει τη Διώρυγα του Σουέζ με την Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Άντεν. Παράλληλα, υπήρξαν αναφορές ότι το Ιράν απέστειλε πριν από δέκα ημέρες στρατιωτικούς συμβούλους και εξαρτήματα για drones στους Χούθι.
Ο Τραμπ έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι, εάν οι Χούθι επαναλάβουν αντίστοιχες επιθέσεις, «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θεωρήσουν υπεύθυνο το Ιράν, καθώς οι Χούθι λειτουργούν ως πληρεξούσιοι και υποκατάστατο της Τεχεράνης. Σε αυτή την περίπτωση θα επιβληθεί ισχυρή στρατιωτική τιμωρία τόσο στο Ιράν όσο και στους ίδιους τους Χούθι».
Σε ξεχωριστή εξέλιξη, ο Αμερικανός πρόεδρος διευκρίνισε ότι η συμφωνία για την αμερικανική υποστήριξη στο πρόγραμμα πολιτικής πυρηνικής ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας θα προχωρήσει μόνο εφόσον το Ριάντ εξομαλύνει τις σχέσεις του με το Ισραήλ μέσω των Συμφωνιών του Αβραάμ.
Η Σαουδική Αραβία, ωστόσο, έχει διαμηνύσει εδώ και καιρό ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση χωρίς ουσιαστική πρόοδο στο Παλαιστινιακό και χωρίς σαφείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα των Παλαιστινίων και την προοπτική ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους.
Κατά την ενημέρωση των δημοσιογράφων, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ επανέλαβε ότι η πυρηνική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία είναι «απολύτως εξαρτημένη» από την ένταξη του βασιλείου στις Συμφωνίες του Αβραάμ.
«Ο πρόεδρος είναι πάντα ο τελικός διαπραγματευτής. Έχει ξεκαθαρίσει ότι, αν η Σαουδική Αραβία δεν ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ, τότε η συμφωνία δεν θα προχωρήσει», δήλωσε.
Ωστόσο, αργότερα έγινε γνωστό ότι ο Τραμπ δεν είχε προηγουμένως συζητήσει τη νέα αυτή προϋπόθεση με τη σαουδαραβική ηγεσία.
Στο μεταξύ, οι διεθνείς αγορές αντέδρασαν έντονα στις εξελίξεις, με την τιμή του πετρελαίου Brent να ξεπερνά εκ νέου το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων ανά βαρέλι, ενώ οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι τιμές ενδέχεται να κινηθούν ακόμη υψηλότερα εάν συνεχιστεί η ένταση στη Μέση Ανατολή.






