Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με όσα μεταδίδει το Independent, το 9ο Εφετείο των ΗΠΑ, με έδρα το Σαν Φρανσίσκο, απέρριψε έφεση που είχαν καταθέσει η Meta και το TikTok, με την οποία ζητούσαν να ανατραπεί απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που υποχρέωνε τις τεχνολογικές εταιρείες να αντιμετωπίσουν περισσότερες από 3.000 αγωγές που έχουν κατατεθεί σε ομοσπονδιακό δικαστήριο. Το εφετείο έκρινε ότι οι εταιρείες προσέφυγαν στη δικαιοσύνη πρόωρα.
Στην έφεσή τους, οι τεχνολογικές εταιρείες υποστήριξαν ότι το Άρθρο 230 του Communications Decency Act του 1996 - ομοσπονδιακή νομοθεσία που γενικά προστατεύει τις διαδικτυακές υπηρεσίες από την ευθύνη για περιεχόμενο που αναρτούν τρίτοι χρήστες - εμποδίζει επίσης αγωγές που υποστηρίζουν ότι οι πλατφόρμες δεν προειδοποίησαν το κοινό για τον εθιστικό χαρακτήρα τους.
Σύμφωνα με τη συνήθη δικαστική διαδικασία, οι περισσότερες εφέσεις ασκούνται αφού μια υπόθεση έχει ολοκληρωθεί πλήρως με την έκδοση τελικής απόφασης ή ετυμηγορίας ενόρκων. Οι τεχνολογικές εταιρείες υποστήριξαν ότι δε θα έπρεπε να υποχρεωθούν να περιμένουν μέχρι την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας για να αμφισβητήσουν την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η επίκλησή τους στην προστασία του νόμου.
Ωστόσο, το 9ο Εφετείο έκρινε ότι το Άρθρο 230 παρέχει προστασία έναντι της ευθύνης και όχι μια ευρεία ασυλία από την ίδια την άσκηση αγωγών. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η έφεση που ασκήθηκε σε αυτό το στάδιο ήταν διαδικαστικά πρόωρη.
Το εφετείο απέρριψε επίσης το αίτημα της Meta να αναβληθεί η δίκη που έχει προγραμματιστεί να ξεκινήσει την Τετάρτη, σε αγωγή που έχουν καταθέσει 29 γενικοί εισαγγελείς πολιτειών. Στην υπόθεση αυτή, η Meta κατηγορείται ότι συνέλεγε και χρησιμοποιούσε παράνομα δεδομένα παιδιών, σχεδίαζε τις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης με στόχο να κρατά τους νέους «κολλημένους» στις πλατφόρμες της και παραπλανούσε το κοινό σχετικά με τις δικλίδες προστασίας των καταναλωτών.
Η Meta είχε υποστηρίξει ότι η δίκη δεν θα έπρεπε να προχωρήσει όσο εκκρεμούσε η έφεσή της ενώπιον του εφετείου.
Η απόφαση εκδόθηκε μόλις λίγες ημέρες μετά την απόφαση δικαστή της πολιτείας του Νέου Μεξικού, σύμφωνα με την οποία η Meta είχε δημιουργήσει δημόσια όχληση, με το δικαστήριο να διατάσσει την εταιρεία να καταβάλει 567 εκατ. δολάρια σε ταμείο για την ψυχική υγεία των εφήβων και να θεσπίσει ενισχυμένα χαρακτηριστικά ασφαλείας για τους νέους στις πλατφόρμες της.
Η εκτεταμένη δικαστική διαμάχη, στην οποία εμπλέκονται πολιτειακές κυβερνήσεις, τοπικές αρχές, σχολικές περιφέρειες και ιδιώτες, υποστηρίζει ότι οι εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης σχεδίασαν σκόπιμα εθιστικές λειτουργίες για τους νεαρούς χρήστες, συμβάλλοντας στην αύξηση των ποσοστών **κατάθλιψης, άγχους και προβλημάτων σχετικά με την εικόνα του σώματος**, καθώς και στην ευρύτερη κρίση της ψυχικής υγείας των νέων που έχει καταγραφεί στις Ηνωμένες Πολιτείες τα τελευταία χρόνια.
Οι ενάγοντες, μεταξύ των οποίων γονείς, σχολικές περιφέρειες και πολιτειακοί αξιωματούχοι, υποστήριξαν ότι η προηγούμενη απόφαση του περιφερειακού δικαστηρίου δεν αποτελούσε τελεσίδικη απόφαση και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να προσβληθεί με έφεση σε αυτό το στάδιο.
Απέρριψαν επίσης την ερμηνεία των εταιρειών σχετικά με το Άρθρο 230, υποστηρίζοντας ότι η νομοθεσία δεν επεκτείνει την προστασία της σε αξιώσεις που αφορούν επιλογές σχεδιασμού προϊόντων και επιχειρησιακές πρακτικές.
Τόσο η Meta όσο και η Google, οι οποίες έχουν αρνηθεί όλες τις καταγγελίες καθ’ όλη τη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών, δήλωσαν ότι σκοπεύουν να εφεσιβάλουν τις αποφάσεις.






