«Η φορολογική μεταρρύθμιση της γερμανικής κυβέρνησης αφορά περισσότερο την τακτοποίηση των λογαριασμών παρά το να ανοίξει νέους δρόμους», δήλωσε ο πρόεδρος του ifo, Κλέμενς Φουστ. Όπως εξηγεί, βασικό αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης είναι να αντισταθμίσει το λεγόμενο fiscal drag – δηλαδή τις «κρυφές» αυξήσεις φόρων που προκαλεί ο πληθωρισμός – ενώ παράλληλα αυξάνει τον ανώτατο συντελεστή φορολογίας εισοδήματος.
Σύμφωνα με το ifo, η επίδραση στην απασχόληση θα είναι περιορισμένη, με την προσφορά εργασίας να αυξάνεται μόλις οριακά. Παράλληλα, η μεταρρύθμιση αναμένεται να μειώσει τα φορολογικά έσοδα του γερμανικού Δημοσίου κατά περίπου 10 δισ. ευρώ.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι υπάρχουν εναλλακτικές που θα μπορούσαν να αυξήσουν σημαντικά την απασχόληση χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού. Ειδικότερα, εάν τροποποιούνταν το σύστημα φορολόγησης των έγγαμων ζευγαριών, καταργούνταν η εισφορά αλληλεγγύης και άλλαζαν οι κανόνες για τις κοινωνικές παροχές όταν αυξάνεται το εισόδημα, η προσφορά εργασίας θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 200.000 έως 400.000 θέσεις πλήρους απασχόλησης.
Ιδιαίτερη κριτική ασκεί το ifo στην επιλογή της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει τη μεταρρύθμιση μέσω αυξημένης φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων. Ο ανώτατος συντελεστής 45% θα εφαρμόζεται στο εξής από φορολογητέο εισόδημα 278.000 ευρώ, έναντι 250.000 ευρώ σήμερα, ενώ για εισοδήματα άνω των 280.000 ευρώ ο συντελεστής θα αυξηθεί στο 47%.
Με την προσθήκη της εισφοράς αλληλεγγύης, οι υψηλόμισθοι θα καταβάλλουν έτσι σχεδόν το μισό από κάθε επιπλέον ευρώ εισοδήματος στο κράτος. Το μέτρο, μάλιστα, αναμένεται να επηρεάσει σε αρκετές περιπτώσεις προσωπικές εταιρείες, δηλαδή κυρίως μεσαίες επιχειρήσεις.
Αντί για υψηλότερη φορολογία εισοδήματος, οι ερευνητές του ifo προτείνουν μεγαλύτερη ελάφρυνση της εργασίας, η οποία θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί με μια μέτρια αύξηση του ΦΠΑ, μεταξύ άλλων μέσω περιορισμού ή κατάργησης ορισμένων μειωμένων συντελεστών.
«Σε διεθνές επίπεδο, η Γερμανία συγκαταλέγεται στις χώρες με την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, ενώ στη φορολογία της κατανάλωσης βρίσκεται περισσότερο στη μέση», σημειώνει ο Αντρέας Πέιχλ, διευθυντής του Κέντρου Δημόσιων Οικονομικών του ifo.





