Ο συνταγματολόγος, ομ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Αλιβιζάτος, τάχθηκε εξ αρχής υπέρ του αιτήματος του κ. Τριαντόπουλου, λέγοντας πως «συνιστά θετική εξέλιξη διότι δικαστικοποιεί επιτέλους τη διαδικασία για αναζήτηση υπουργικών ευθυνών για τη δίωξη των υπουργικών αδικημάτων».
Ο κ. Αλιβιζάτος είχε άλλωστε αρθρογραφήσει προ ημερών υπέρ της συγκεκριμένης εξέλιξης και ενδεχομένως να «ενέπνευσε» την κυβέρνηση να λάβει αυτή την απόφαση.
«Οι συγγενείς των θυμάτων περιμένουν κάθαρση, απόδοση ευθυνών και δεν νομίζω ότι αυτό το αίτημα, το αυτονόητο, μπορεί να ικανοποιηθεί διαφορετικά, από το να πάνε το ταχύτερο οι υποθέσεις στη δικαιοσύνη», επισήμανε ο κ. Ν. Αλιβιζάτος σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ.
Βέβαια, η Μαρία Καρυστιανού και ο Νίκος Πλακιάς δεν φαίνεται να συμφωνούν με τα παραπάνω, αλλά ο κ. Αλιβιζάτος επιμένει πως «τυπικά δεν παρακάμπτεται η προανακριτική επιτροπή» και διερωτήθη: «εμπιστευόμαστε περισσότερο μια επιτροπή της οποίας την πλειοψηφία έχει η Νέα Δημοκρατία, δηλαδή το κυβερνών κόμμα, από ένα ανακριτή ο οποίος κληρώνεται και ο οποίος έχει τεράστιες αρμοδιότητες βάσει του νόμου περί ευθύνης υπουργών; Αυτό είναι το κρίσιμο μέγεθος».
Στο ενδεχόμενο να προκύψουν νέα στοιχεία, ο κ. Ν. Αλιβιζάτος υπενθύμισε ότι ο αρεοπαγίτης που θα οριστεί ανακριτής κατόπιν κλήρωσης «έχει δικαίωμα όχι απλώς να κάνει πλήρη ανάκριση αλλά να διευρύνει και την κατηγορία. Αν αποδειχθεί ότι δίπλα στον κ. Τριαντόπουλο βρισκόταν και κάποιος άλλος υπουργός μπορεί να διευρύνει την κατηγορία. Δεν περιορίζεται δηλαδή από το παραπεμπτικό το οποίο θα ψηφίσει ούτως ή άλλως η προανακριτική επιτροπή. Τι καλύτερο από αυτό;», αναρωτήθηκε.
Ο κ. Αλιβιζάτος εξέφρασε την ευχή η εξέλιξη αυτή «μακάρι να είναι το προανάκρουσμα της αναθεώρησης του άρθρου 86». «Να τελειώνουμε με το άρθρο 86», είπε με έμφαση και εξήγησε: «Είμαστε στις ελάχιστες χώρες που προβλέπουμε αυτή την πολυτελέστατη διαδικασία την οποία δυστυχώς επικύρωσε και κατέστησε αυστηρότερη, ως προς αυτό το σκέλος, η συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Η κατεύθυνση είναι η δίωξη των υπουργών να δικαστικοποιηθεί, να μοιάζει όσο γίνεται περισσότερο με τη δίωξη των κοινών πολιτών».
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο παραγραφής, παρ’ όλο που η σχετική διάταξη έχει αφαιρεθεί από το Σύνταγμα, ο κ. Ν. Αλιβιζάτος συμφώνησε με την πρόταση του κ. Ευάγγελου Βενιζέλου να ψηφισθεί τροπολογία στη Βουλή που να επαναλαμβάνει ότι «δεν παραγράφονται τα υπουργικά αδικήματα σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ποινικού κώδικα».
Ακριβώς αντίθετη άποψη εξέφρασε, ωστόσο, ο Ξενοφών Κοντιάδης, συνταγματολόγος, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Κοινωνικής Διοίκησης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου.
Ο κ. Κοντιάδης σχολίασε αρχικά σε ανάρτησή του:
«Προβάλλεται από κάποιους (πονηρούς ή αδαείς;) ότι το αίτημα Τριαντόπουλου να μην γίνει Προανακριτική Επιτροπή για τις ευθύνες του στο έγκλημα των Τεμπών, αλλά να παραπεμφθεί απευθείας στο δικαστικό συμβούλιο είναι “πράξη γενναιότητας”. Και όλα όσα θα μπορέσει να φέρει στο φως η Προανακριτική αν αφεθεί να εργαστεί με τις σημαντικές ανακριτικές αρμοδιότητες που της δίνει ο νόμος; Θα «μπαζωθούν» κι αυτά; Όχι ευχαριστώ, να λείπει τόση “γενναιότητα”».
Στη συνέχεια με δηλώσεις του στον Αθήνα 984 ο κ. Κοντιάδης τόνισε πως δεν έχει δικαίωμα ο κ. Τριαντόπουλος να ζητήσει να παρακαμφθεί η διαδικασία.
Σχολίασε επιπλέον ότι πρόκειται για μία πράξη αντισυνταγματική ώστε να μη γίνει η έρευνα που θα λάβει μάλιστα και μεγάλη δημοσιότητα, αλλά να πάει απλώς στο Δικαστικό συμβούλιο και ό,τι γίνει να γίνει με το ελάχιστο επικοινωνιακό κόστος.
Απόπειρα εργαλειοποίησης του Συντάγματος
Επίσης, ο Χαράλαμπος Τσιλιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού και Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, υποστηρίζει σε άρθρο του στο Syntagmawatch, πως η πρόταση Τριαντόπουλου αποτελεί μία ακόμη απόπειρα εργαλειοποίησης του Συντάγματος για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η Βουλή όσον αφορά την διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης και της άσκησης ποινικής δίωξης, αρμοδιότητες δικαιοδοτικής κρίσης, αποτελεί αποκλειστικά τον «φυσικό δικαστή» κατ’ άρθρο 8 Σ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, κατ’ αντίθεση με ό,τι υποστηρίζεται αβάσιμα ότι μόνο το Δικαστικό Συμβούλιο και το Ειδικο Δικαστήριο του άρθρου 86 παρ. 4 Σ είναι ο «φυσικός δικαστής» των μελών της Κυβέρνησης.
«Η αρμοδιότητά της», συνεχίζει, «είναι όχι μόνο αποκλειστική αλλά και υποχρεωτική εκπορευόμενη από κανόνες δημοσίας τάξεως και αναγκαστικού δικαίου, που δεν μπορούν να παρακαμφθούν από την θέληση του ενδιαφερομένου, εν προκειμένω του εγκαλούμενου πρώην Υφυπουργού. Όπως δεν μπορεί να παρακαμφθεί η διαδικασία προκαταρκτικής εξέτασης ή κύριας ανάκρισης από τον ύποπτο τελέσεως ποινικών αδικημάτων ή τον κατηγορούμενο».
Συμπληρώνει δε πως «εάν το Σύνταγμα ήθελε να δώσει μία τέτοια δυνατότητα στον εγκαλούμενο Υφυπουργό θα το είχε προβλέψει ρητά όπως κάνει σε ανάλογη περίπτωση στην παρ. 5 του άρθρου 86».









