Ο κατηγορούμενος, ο οποίος πλέον λογοδοτεί για όσα είχε αναφέρει ενώπιον των εισαγγελικών αρχών, περιέγραψε ένα, όπως είπε, οργανωμένο και διαχρονικό σύστημα διαφθοράς, παρομοιάζοντας την πολυεθνική με τον «ΟΠΕΚΕΠΕ του φαρμάκου».
Όπως ανέφερε, όταν κλήθηκε από την Εισαγγελία Διαφθοράς είχε ήδη σχηματίσει την πεποίθηση ότι η Novartis λειτουργούσε με διεφθαρμένες πρακτικές, γεγονός που τον οδήγησε - χωρίς ενδοιασμούς, όπως είπε- στη συνεργασία με τις δικαστικές αρχές. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι δεν μπορούσε να προβλέψει τη μετέπειτα έκταση της υπόθεσης, την ταχύτητα με την οποία αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του, ούτε τις πολιτικές διαστάσεις που αυτή θα λάμβανε, με αποκορύφωμα τις δέκα κάλπες στη Βουλή. Τόνισε δε ότι δεν κινήθηκε από πολιτικά ή προσωπικά κίνητρα.
Στην απολογία του υπογράμμισε επανειλημμένα ότι δεν ισχυρίστηκε ποτέ πως είχε προσωπική εμπλοκή ή άμεση γνώση συγκεκριμένων πράξεων δωροδοκίας. Αντίθετα, διευκρίνισε ότι οι πληροφορίες που μετέφερε στις καταθέσεις του βασίζονταν κυρίως σε όσα του είχε μεταφέρει ο τότε επικεφαλής της Novartis Hellas, Κωνσταντίνος Φρουζής. «Υπήρχε σχεδιασμός, υπήρχε μαύρο ταμείο και υπήρχε πρόσωπο που τα συντόνιζε όλα αυτά», ανέφερε, αποδίδοντας στον κ. Φρουζή κεντρικό ρόλο στη διαχείριση των σχετικών πρακτικών. Όπως εξήγησε, οι καταθέσεις του είχαν αφηγηματικό χαρακτήρα και κάθε φορά προσδιόριζε σαφώς την πηγή της πληροφόρησής του.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη θέση που κατείχε εντός της εταιρίας, επισημαίνοντας ότι, παρότι δεν συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων, είχε ευρεία εικόνα των εσωτερικών λειτουργιών λόγω του ρόλου του στη διαχείριση επικοινωνιακών κρίσεων. «Διαχειριζόμουν τη σχέση της εταιρίας με τα μέσα ενημέρωσης, ιδίως όταν υπήρχαν δημοσιεύματα για αθέμιτες πρακτικές. Για να κάνεις crisis management, πρέπει να γνωρίζεις τι συμβαίνει», είπε, προσθέτοντας ότι ερχόταν σε επαφή, άμεσα ή έμμεσα, με όλα τα τμήματα της Novartis. Αναφέρθηκε, επίσης, στις πολύωρες και εκτενείς καταθέσεις που έδωσε στην Εισαγγελία Διαφθοράς, τις οποίες χαρακτήρισε «καταθέσεις ποταμούς», σημειώνοντας ότι συχνά μιλούσε χωρίς να προηγούνται συγκεκριμένες ερωτήσεις.
Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ακόμη ότι η Ελλάδα είχε κομβικό ρόλο στη διεθνή στρατηγική της Novartis και συγκαταλεγόταν στις εννέα χώρες όπου εντοπίστηκαν αθέμιτες πρακτικές. Όπως είπε, η χώρα αποτελούσε «φαρμακομάνα», με εξαιρετικά υψηλές πωλήσεις σε σχέση με τον πληθυσμό, σε ένα περιβάλλον όπου –κατά την περιγραφή του– η υπερσυνταγογράφηση είχε καταστεί κοινωνικά αποδεκτή. «Αν ένας γιατρός έδινε μόνο ένα φάρμακο, θεωρούνταν ότι δεν ήταν καλός», ανέφερε χαρακτηριστικά, μιλώντας για έναν ευρύ κύκλο διαφθοράς με πρωταγωνιστικό ρόλο της Novartis, χωρίς ωστόσο –όπως σημείωσε– το πρόβλημα να περιορίζεται αποκλειστικά στους γιατρούς.
Απαντώντας σε ερώτηση της έδρας, παραδέχθηκε ότι πρακτικές επηρεασμού ή δωροδοκίας υπήρχαν και σε άλλες φαρμακευτικές εταιρίες, υποστήριξε όμως ότι στη Novartis «ξεπερνούσαν κάθε όριο». Κατά την περίοδο των μνημονίων, όπως είπε, οι πρακτικές αυτές επεκτάθηκαν και σε άλλους κρίσιμους τομείς, αγγίζοντας επαγγελματίες και δημόσιους λειτουργούς, όπως μέλη επιτροπών τιμολόγησης και στελέχη υπουργείων.
Σε ό,τι αφορά τα κίνητρα της συνεργασίας του με τη Δικαιοσύνη, ο κ. Δεστεμπασίδης ανέφερε ότι στόχος του ήταν αποκλειστικά η συνεισφορά στοιχείων, παρουσιάσεων και αρχείων, χωρίς προσωπικό όφελος. «Στην Ελλάδα μάλλον μόνο ζημιά μπορείς να πάθεις», σχολίασε, προσθέτοντας ότι θεωρούσε πως θα ήταν ένας από τους πολλούς μάρτυρες-στελέχη που θα αξιοποιούσε η Εισαγγελία. Τόνισε, επίσης, ότι οι εισαγγελείς του ενέπνεαν εμπιστοσύνη και ότι δεν δέχθηκε πιέσεις για να καταθέσει συγκεκριμένα πράγματα.
Αναφερόμενος στις καταθέσεις του για πολιτικά πρόσωπα, επανέλαβε ότι οι σχετικές πληροφορίες προέρχονταν από τον Κωνσταντίνο Φρουζή, ο οποίος –όπως υποστήριξε– εμφάνιζε τις επίμαχες δαπάνες ως έξοδα του προϋπολογισμού του τμήματος που διαχειριζόταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ποσά που εμφανίζονταν ως πολιτικές δαπάνες να είχαν διαφορετική κατάληξη, επισημαίνοντας τη συμπεριφορά υπερβολής και έπαρσης που, κατά την άποψή του, χαρακτήριζε τον πρώην ισχυρό άνδρα της εταιρίας.
Κλείνοντας, ο κ. Δεστεμπασίδης διευκρίνισε ότι δεν απέδωσε κατηγορίες δωροδοκίας σε πολιτικά πρόσωπα όπως οι Άδωνις Γεωργιάδης, Γιάννης Στουρνάρας, Αντώνης Σαμαράς και Ευάγγελος Βενιζέλος, ενώ ανέφερε ότι ακόμη και στις περιπτώσεις των Δημήτρη Αβραμόπουλου και Ανδρέα Λοβέρδου είχε προχωρήσει σε μεταγενέστερες διευκρινίσεις. Για άλλες περιπτώσεις, όπως είπε, έκανε λόγο για «επηρεασμό», έννοια που –κατά τον ίδιο– θα μπορούσε να ταυτιστεί και με πρακτικές lobbying, υπογραμμίζοντας ότι σε όλη τη διάρκεια των καταθέσεών του κατέβαλε προσπάθεια να είναι απολύτως προσεκτικός.



