Η επιστολή, η οποία κοινοποιήθηκε και στον πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη, επικαλείται τόσο το άρθρο 26 του Κανονισμού της Βουλής όσο και την υπ’ αριθμόν 1/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που αφορά τα όρια κοινοβουλευτικού ελέγχου έναντι της Δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός, η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή μπορεί να καλεί εκπροσώπους της δικαστικής ηγεσίας μόνο για ζητήματα που σχετίζονται με τη λειτουργία και την οργάνωση της Δικαιοσύνης, στο πλαίσιο της θεσμικής διαφάνειας, και όχι για υποθέσεις που άπτονται δικαστικών κρίσεων.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά στη νομολογία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία η παρουσία ανώτατων δικαστικών λειτουργών ενώπιον κοινοβουλευτικών επιτροπών δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για άλλους κρατικούς αξιωματούχους.
Η πρόσκληση προς τον κ. Τζαβέλλα έρχεται μετά την πρόσφατη απόφαση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να μην επανεξεταστεί η δικογραφία για την υπόθεση των υποκλοπών, με το σκεπτικό ότι δεν προέκυψαν νέα στοιχεία που να δικαιολογούν την ανάσυρσή της από το αρχείο. Αν και η κλήση της Επιτροπής αποδίδεται επισήμως σε ζητήματα θεσμικής αρμοδιότητας, πολιτικές και κοινοβουλευτικές πηγές συνδέουν ευθέως τη διαδικασία με τη συγκεκριμένη εξέλιξη.
Υπενθυμίζεται ότι ανάλογες προσκλήσεις προς ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς είχαν αντιμετωπιστεί με επιφυλάξεις και στο παρελθόν, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση της πρώην εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, στο πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης για την υπόθεση των παρακολουθήσεων.



