Με αφορμή το 2ο ESG Summit της ICAP CRIF, ο Executive Director Sales & Business Development της εταιρείας, Σέρκο Κουγιουμτζιάν, μιλά στο «R» για τον ρόλο των ESG δεδομένων στη σύγχρονη επιχειρηματική στρατηγική, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις και τις τάσεις που αναμένεται να διαμορφώσουν το τοπίο της βιώσιμης ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
1. Τι περιλαμβάνει το φετινό 2ο ESG Summit της ICAP CRIF και ποιο είναι το κύριο μήνυμα που θέλετε να περάσετε;
Το 2ο ESG Summit της ICAP CRIF φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα σημείο συνάντησης για επιχειρήσεις, θεσμικούς φορείς, τράπεζες και ειδικούς που διαμορφώνουν το νέο περιβάλλον βιώσιμης ανάπτυξης στην Ελλάδα. Η φετινή διοργάνωση επικεντρώνεται στο πώς το ESG μπορεί να μετατραπεί από μια κανονιστική υποχρέωση σε πραγματικό στρατηγικό εργαλείο για τις επιχειρήσεις.
Η ατζέντα του συνεδρίου καλύπτει το σύνολο των κρίσιμων θεμάτων που απασχολούν σήμερα την αγορά:
• το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο βιωσιμότητας και τις εξελίξεις στο reporting,
• τον ρόλο των τραπεζών και των επενδυτών στη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης,
• την ενσωμάτωση ESG πρακτικών στις εφοδιαστικές αλυσίδες,
• τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις,
• καθώς και τη σημασία της συλλογής και αξιοποίησης αξιόπιστων ESG δεδομένων.
Το βασικό μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε είναι απλό αλλά ουσιαστικό: το ESG δεν είναι πλέον μια θεωρητική συζήτηση• είναι ένας νέος τρόπος λειτουργίας των επιχειρήσεων, που επηρεάζει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τη φήμη τους και τελικά την ανταγωνιστικότητά τους.
2. Η ICAP CRIF παρέχει εργαλεία παρακολούθησης ESG δεικτών. Πώς βοηθούν τις ελληνικές επιχειρήσεις στην καθημερινή τους λειτουργία και στη λήψη στρατηγικών αποφάσεων;
Σήμερα οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών που σχετίζεται με το ESG: δεδομένα για το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα, κοινωνικούς δείκτες, θέματα εταιρικής διακυβέρνησης, αλλά και στοιχεία για την εφοδιαστική τους αλυσίδα.
Τα εργαλεία που παρέχει η ICAP CRIF βοηθούν τις εταιρείες να κάνουν τρία βασικά πράγματα:
Πρώτον, να συλλέγουν και να οργανώνουν αξιόπιστα ESG δεδομένα. Η ψηφιακή καταγραφή στοιχείων επιτρέπει στις επιχειρήσεις να γνωρίζουν πραγματικά πού βρίσκονται ως προς τη βιωσιμότητα.
Δεύτερον, να μετατρέπουν τα δεδομένα σε αξιολόγηση και benchmarking. Μέσα από τα ESG ratings και την συγκριτική ανάλυση, οι επιχειρήσεις μπορούν να κατανοήσουν τα δυνατά και αδύνατα σημεία τους.
Τρίτον, να λαμβάνουν καλύτερες στρατηγικές αποφάσεις. Τα ESG δεδομένα επηρεάζουν πλέον αποφάσεις που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση, τις συνεργασίες με μεγάλες εταιρείες και τη διαχείριση κινδύνων.
Με απλά λόγια, το ESG μετατρέπεται από μια «έκθεση βιωσιμότητας στο τέλος της χρονιάς» σε εργαλείο καθημερινής διοίκησης της επιχείρησης.
3. Ποιες θεωρείτε τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τις ελληνικές επιχειρήσεις όσον αφορά την εφαρμογή πολιτικών βιωσιμότητας;
Οι προκλήσεις είναι κυρίως τρεις.
Η πρώτη είναι η κατανόηση του τι πραγματικά σημαίνει ESG. Πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να το αντιμετωπίζουν ως μια υποχρέωση συμμόρφωσης, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα νέο μοντέλο επιχειρηματικής λειτουργίας.
Η δεύτερη είναι η συλλογή αξιόπιστων δεδομένων. Χωρίς σωστά δεδομένα, καμία εταιρεία δεν μπορεί να αξιολογήσει τον κίνδυνο, να θέσει στόχους ή να αποδείξει την πρόοδό της.
Η τρίτη πρόκληση αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, αλλά συχνά δεν διαθέτουν τους πόρους ή την τεχνογνωσία για να εφαρμόσουν οργανωμένες ESG πρακτικές.
Το θετικό είναι ότι η αγορά ωριμάζει γρήγορα. Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται ότι η βιωσιμότητα δεν είναι κόστος, αλλά επένδυση στην ανθεκτικότητα και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
4. Πώς βλέπετε την εξέλιξη του ESG στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια;
Το ESG στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε φάση μετάβασης, αλλά τα επόμενα χρόνια θα δούμε τρεις καθαρές τάσεις.
Πρώτον, η βιωσιμότητα θα συνδεθεί άμεσα με τη χρηματοδότηση.
Οι τράπεζες και οι επενδυτές ήδη ενσωματώνουν ESG κριτήρια στις αξιολογήσεις τους, κάτι που σημαίνει ότι οι εταιρείες με καλύτερη επίδοση θα έχουν καλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαια.
Δεύτερον, η πίεση θα περάσει στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι μεγάλες εταιρείες θα ζητούν ολοένα και περισσότερο ESG δεδομένα από τους προμηθευτές τους.
Τρίτον, το ESG θα γίνει θέμα στρατηγικής και όχι μόνο συμμόρφωσης. Οι επιχειρήσεις που θα το ενσωματώσουν έγκαιρα στη λειτουργία τους θα αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Με λίγα λόγια, τα επόμενα χρόνια θα περάσουμε από τη φάση «πρέπει να το κάνουμε γιατί το ζητούν οι κανονισμοί» στη φάση «το κάνουμε γιατί μας κάνει καλύτερη και πιο ανθεκτική επιχείρηση».









