Και πως δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό αναρωτιούνται μερικοί όταν πλέον στα μυαλά των περισσοτέρων η λέξη Καρτέλ είναι ομοούσια των τροφίμων, καθώς σε αυτά ξεσπούν και τα περισσότερα σκάνδαλα. Για να λέμε όμως τα πράγματα και με το όνομά τους, καρτέλ υπάρχει όπου ο βασικότερος παίκτης ελέγχει πάνω από το 60% της αγοράς του. Με αυτήν τη λογική, εύκολα κανείς μπορεί να συμπεράνει ότι στο μικροσκόπιο της Επιτροπής Ανταγωνισμού που είναι και η πλέον αρμόδια στην πάταξη φαινομένων «καρτέλ» βρίσκονται σήμερα, όσον αφορά τα καταναλωτικά είδη εκτός από το γάλα, τα αναψυκτικά, οι μπύρες, τα ποτά, τα απορρυπαντικά, τα κατεψυγμένα και βεβαίως το λάδι.
Τελευταίες πληροφορίες υποστηρίζουν ότι τα όργανα της Επιτροπής Ανταγωνισμού έχουν εντείνει τους ελέγχους τους στην αγορά του ελαιολάδου, το «μαρκάρισμα» της οποίας σημειωτέον έχει ξεκινήσει προ διετίας. Σύμφωνα λοιπόν με πηγές το γεγονός ότι το επώνυμο τυποποιημένο ελαιόλαδο ελέγχεται από δύο παίκτες και συγκεκριμένα την Ελαϊς και τη Μινέρβα, οι οποίες κατέχουν το 75% της σχετικής αγοράς, μερίδιο που για την πρώτη σκαρφαλώνει στο 92% όταν μιλάμε για μαργαρίνες αρκεί για να προσελκύσει το ενδιαφέρον της Ανεξάρτητης Αρχής. Ενδιαφέρον που επικεντρώνεται προς τρεις κατευθύνσεις και συγκεκριμένα τη διαπίστωση τυχόν εναρμονισμένων πρακτικών στη διαμόρφωση των τιμών προς το ράφι, τις «ονομαστές» παροχές προς τους λιανέμπορους και το ύψος αυτών -καθώς όταν ξεπερνούν τα θεμιτά όρια μπορούν να δημιουργήσουν συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού- και τρίτο την αδικαιολόγητη ψαλίδα που υπάρχει ανάμεσα στις τιμές παραγωγού, όσον αφορά την πώληση της πρώτης ύλης και την τιμή λιανικής του προϊόντος.
Είναι κοινό μυστικό ότι το λάδι στο ράφι πουλιέται σε σχεδόν διπλάσια τιμή από αυτή που αγοράζουν οι βιομηχανίες από τους παραγωγούς με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν ξεσηκωθεί ζητώντας το δίκιο τους. Και δεν είναι λίγοι οι παραγωγοί καθώς επίσημα στοιχεία αναφέρουν ότι σήμερα απασχολούνται με την ελαιοκαλλιέγρεια 450.000 άτομα. Ένα εξίσου σημαντικό στοιχείο που επιβεβαιώνει περίτρανα τον δυναμικό χαρακτήρα του κλάδου είναιότι στο σύνολο της παγκόσμιας ελαιοκαλλιέργειας, η Ελλάδα κατέχει μερίδιο της τάξης του 16% με την κατά κεφαλήν κατανάλωση να φιγουράρει στις υψηλότερες θέσεις του κόσμου φθάνοντας σήμερα τα 20 κιλά ανά άτομο (στη Κρήτη αγγίζει ακόμη και τα 25 κιλά ανά άτομο).
Επίσημα λοιπόν στοιχεία από το αρμόδιο τμήμα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης υποστηρίζουν ότι στις αρχές του έτους που η ζήτηση για πρώτη ύλη είναι πολύ μεγάλη οι τιμές παραγωγού κυμαίνονται από 3,8 ευρώ έως 4 ευρώ το κιλό, ενώ η τιμή λιανικής ξεπερνά ακόμα και τα 6,8 ευρώ. Διαφορά που όμως όπως φαίνεται δεν είναι υπεύθυνες μόνο οι βιομηχανίες ελαιολάδου αλλά και οι λιανέμποροι με το γνωστό τους «καπέλο» ή marketcap ως ευρωπαίοι πολίτες. Ετσι μπορεί το προϊόν στον τιμοκατάλογο της βιομηχανίας να ξεκινά από 5,86 ευρώ το κιλό, όμως η τιμή στο ράφι είναι αυξημένη τουλάχιστον κατά 1 ευρώ καθώς σε αυτή πρέπει να προστεθεί ΦΠΑ 9% και ένα marketcap.
Ενδεικτικό πάντως της αναταραχής που υπάρχει λόγω των επικείμενων -εάν ακόμη δεν έχουν δρομολογηθεί- ελέγχων στον κλάδο του ελαιολάδου είναι ότι αρκετοί επώνυμοι παίκτες του λιανεμπορίου έχουν ξεκινήσει λεπτομερή καταγραφή των τιμών που αγόρασαν επώνυμο προϊόν από τις αρχές του έτους μέχρι και σήμερα.
Τα πρώτα στοιχεία είναι ότι το λάδι εάν δεν είναι πρώτο στα τρόφιμα τότε σίγουρα είναι το δεύτερο με τις υψηλότερες ανατιμήσεις από αρχές του έτους μέχρι και τον Αύγουστο φθάνοντας ακόμη και το 12%. Κατάσταση που ομαλοποιήθηκε σημαντικά μόλις τον Σεπτέμβριο με τους δύο παίκτες να προχωρούν σε «υποχώρηση τακτικής», κατεβάζοντας έτσι τις τιμές δραστικά, η μεν Ελαϊς κατά 6% η δε Μινέρβα κατά 5%. Αποτέλεσμα αυτού, μεσοσταθμικά η αύξηση στο λάδι από αρχές του έτους να κυμαίνεται στο 6%.
Οι εκτιμήσεις για το συνολικό μέγεθος της αγοράς την φετινή περίοδο είναι ότι ο τζίρος του τυποποιημένου ελαιολάδου θα κυμανθεί στα περυσινά επίπεδα δηλαδή στα 135 εκατ. ευρώ.



